Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

 

Περιφέρεια: Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης

Διοικητικό Διαμέρισμα: Θράκη

Νομός Έβρου

Αλεξανδρούπολη, η (παλ. Δεδέαγατς)

         Πόλη της Θράκης πρωτεύουσα του Νομού Έβρου και επαρχίας Αλεξανδρουπόλεως, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 15.472, 1951 16.632, 1961 18.712, 1971 22.995, 1981 34.535, 1991 36.994, 2001 48.885 υψόμετρο 10μ. Ο πληθυσμός της πόλης γνώρισε μεγάλη αύξηση την δεκαετία του 80΄και μετά, ειδικότερα στις μέρες μας η πόλη εξακολουθεί να είναι μητροπολιτικό κέντρο για όλο τον νομό και όχι μόνο.

    Βρίσκεται σε απόσταση 862χλμ από την Αθήνα, 379χλμ από την Θεσσαλονίκη και 16χλμ από τα Ελληνοτουρκικά σύνορα, διαθέτει σιδηροδρομικό σταθμό 442χλμ από την Θεσσαλονίκη ,αξιόλογο λιμάνι 248νμ από τον Πειραιά.

Διοικητικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο η Αλεξανδρούπολη φημίζεται για τα έργα τέχνης και τα ιστορικά μνημεία της όπως η Ζαρίφειος παιδαγωγική ακαδημία ένα από τα ελάχιστα κτήρια σπάνιας αρχιτεκτονικής τέχνης στην πόλη και το παλαιό νοσοκομείο πανέμορφο κτήριο με γνήσια στοιχεία της παλαιάς αρχιτεκτονικής.

    Ιστορικά. Στην θέση της πόλης βρισκόταν αρχαία πόλη της Σάλης που την έκτισε η Σαμοθράκη ως αποικία τον 6ο π.Χ. αι. ως εμπορικό σταθμό. Το 188π.Χ. ανήκε στο έδαφος της Μαρώνειας όπου και αναφέρετε ως τον 4 αι. μ.Χ. Μια άλλη εκδοχή είναι ότι ο Πλούταρχος αναφέρει ότι η Αλεξανδρούπολη ιδρύθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο.

    Η ιστορία της πόλης αρχίζει ουσιαστικά από το 1878, όταν μηχανικοί του Ρωσικού στρατού, που κατείχε τότε την περιοχή, μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-79, χάραξαν το σχέδιο, με το οποίο αναπτύχθηκε ο οικισμός και έλαβε την βασική μορφή της η σημερινή πόλη (που ακόμα και στις μέρες μας διαθέτει το πιο όμορφο σχέδιο πόλεως σε όλη τη χώρα). Το όνομα αυτό το πήρε όταν έφτασαν εδώ οι πρώτοι Οθωμανοί πριν το 1500 και δημιουργήθηκε μουσουλμανική κοινότητα για Δερβίσηδες. Ένας Δερβίσης, που για τους Μουσουλμάνους θεωρούνταν όσιος, καθόταν κάτω από ένα δέντρο. Από το δέντρο και τον Δερβίση πήρε η πόλη το όνομα Δεδέ Αγάτς που σημαίνει δέντρο καλόγερου.  Αλεξανδρούπολη ονομάστηκε όταν ελευθερώθηκε. Η ανάπτυξη άρχισε κυρίως με την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Κωνσταντινουπόλεως, οπότε εγκαταστάθηκαν εδώ Έλληνες εμπορευόμενοι από την Αίνο κυρίως που ήταν το εμπορικό κέντρο της εποχής τότε, καθώς και άλλες πόλεις όπως την Μάκρη κα. με αποτέλεσμα ο οικισμός να εξελιχθεί σε εμπορικό κέντρο και επίνειο της Θράκης και τις Ανατολικής Ρωμυλίας. Από τότε η πόλη ακολουθεί της εναλλαγές της περιοχής. Η συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγ 1913)μεταφέρει τα όρια του Ελληνικού στρατού στον ποταμό Νέστο. Η πόλη τότε περνάει στα χέρια των Βούλγαρων οι οποίοι επιδόθηκαν σε σφαγές και λεηλασίες. Φόνευσαν  500 μουσουλμάνους και 53 Έλληνες. Στις 3 Ιουλίου 1913 οι Βούλγαροι φυλάκισαν 800 Έλληνες και δεν τους αποφυλάκισαν αν δεν τους έδιναν από 25 μέχρι 250 λίρες Τουρκίας. Το 1915 στην εκστρατεία της Καλλιπόλεως , οι σύμμαχοι βομβαρδίζουν τη πόλη και προξενούν σοβαρές ζημιές. Τότε γκρεμίζετε και ένας κυλινδρόμυλος, που τον θεωρούσαν τον μεγαλύτερο της Ανατολής. Από τον Οκτ. 1919 ως τον Μάη 1920 την κατέχουν συμμαχικές δυνάμεις. Στις 14 Μάη 1920 ενσωματώνεται στην Ελλάδα. Κατά την Γερμανική κατοχή 1941-1944 περιήλθε στον έλεγχο της Βουλγαρίας. Οι Βούλγαροι άσκησαν πολλές πιέσεις στον πληθυσμό της πόλεις να την εγκαταλείψουν. Κατά την αποχώρηση τους επιδόθηκαν σε λεηλασίες και έκαψαν 650 από τα 3000 σπίτια της πόλης, ο πληθυσμός της τότε ήταν περί τους15000 κατοίκους.

    Γεωγραφικά. Η Αλεξανδρούπολη είναι κτισμένη στις ακτές του Βορείου Αιγαίου Δυτικά του Δέλτα του ποταμού Έβρου. Το υψόμετρο της είναι μεταξύ της στάθμης τις Θάλασσας και των 15μ. Προς τα βόρεια βρίσκονται τα πρώτα υψώματα των Νοτιοανατολικών απολήξεων της οροσειράς της Ροδόπης. Το κλίμα τις πόλης μπορεί να χαρακτηριστεί Μεσογειακό με δριμύς χειμώνες λόγω του ότι η πόλη είναι προσήνεμη στο Βορειοανατολικό ρεύμα που πνέει από τις πεδιάδες τις Ουκρανίας διασχίζει την Μαύρη Θάλασσα και τις πεδιάδες τις Ανατολικής Βουλγαρίας για να καταλήξει στην κοιλάδα του Έβρου και να συνεχίσει νοτιότερα. Το συγκεκριμένο ρεύμα κατά τον χειμώνα είναι πολύ ψυχρό και φέρνει χιόνια στην πόλη, όμως η θάλασσα κάνει πιο ήπια την θερμοκρασία, που μεν πέφτει αισθητά αλλά όχι τόσο όσο στην ενδοχώρα, οι βροχοπτώσεις είναι ελάχιστες 600χλστ Θερμοκρασιακό εύρος -16-40C    

 

Διδυμότειχο, το

Πόλη του νομού Έβρου, πρωτεύουσα της επαρχίας του Διδυμοτείχου. Κάτοικοι 1940 7.791, 1951 6.927, 1961 7.287, 1971 8.388, 1981 8.374, 1991 8.336, 2001 8.799, υψόμετρο 30μ. Στο Βορειανατολικό τμήμα του νομού στην όχθη του Ερυθροπόταμου, δεξιού παραπόταμου του Έβρου, φυσικό σύνορο με την Τουρκία, 95χλμ Βορειοανατολικά της Αλεξανδρούπολης, το Διδυμότειχο διαθέτει σιδηροδρομικό σταθμό 541χλμ από την Θεσσαλονίκη. Είναι το κέντρο της επαρχίας του. Το παλαιό τμήμα της πόλης, με τα βυζαντινά κατάλοιπα, βρίσκεται στην κορυφή του λόφου και μέσα στο κάστρο.

    Ιστορικά: Τα Διδυμότειχο το ίδρυσαν οι Βυζαντινοί τον 8ο-9ο αι., σε θέση όπου υπήρχε αρχαία οχύρωση, κοντά στα ερείπια της Ρωμαϊκής Πλατινουπόλεως και το προστάτευσαν με δίδυμο ,διπλό τείχος στο οποίο οφείλει το όνομα του. Όταν πήραν Την Κωνσταντινούπολη οι Φράγκοι το 1204 στο Διδυμότειχο κατέφυγε ο οικουμενικός πατριάρχης. Μετά το κατείχε φρουρά του Αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννου Γ΄ Δούκα Βατάνζη, ο οποίος κατάγεται από την πόλη. Το 1222 το παίρνει ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός, που είχε μόλις ανακηρυχθεί Αυτοκράτορας στην Θεσσαλονίκη. Το 1230 το καταλαμβάνει ο βασιλείας της Βουλγαρίας Ιωάννης Ασάν, το 1255 το ξανά παίρνει ο γιος διάδοχος του Βατάνζη, Θεόδωρος Β΄ Δούκας Λάσκαρης, και το 1257 ανακηρύσσεται εδώ Αυτοκράτορας ο Ιωάννης Καντακουζηνός, ο οποίος διατηρεί το Διδυμότειχο, ως έδρα για 6 χρόνια, μετά η πόλη περιέρχεται στον γιο του Ματθαίου, στον Αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο και στο τέλος Νοέμβρη 1361 το καταλαμβάνουν οι Τούρκοι υπό τον Μουράτ Α΄, οι οποίοι το χρησιμοποιούν ως έδρα των Σουλτάνων ως την κατάληψη της Αδριανουπόλεως το 1368. Δείγμα της στρατηγικής σημασίας του Διδυμοτείχου είναι ότι ο Μουράτ Α΄ διατήρησε τα τείχη του κάστρου ενώ όλα τα άλλα τα γκρέμισε. Τα 1467 ο σουλτάνος Μωάμεθ Μεχμέτ Β΄ εξόρισε εδώ τον Δημήτριο Παλαιολόγο, Από το Φεβρουάριος του 1713 ως τον Οκτ 1714 οι Τούρκοι κρατούν στη πόλη αιχμάλωτο τον βασιλιά της Σουηδίας Κάρολο ΙΒ΄ μετά την ήττα του στην Πολτάβα της Ουκρανίας. Στον 1ο Βαλκανικό πόλεμο 1912 παίρνουν τη πόλη οι Βούλγαροι, στον Β΄1913 το ξαναπαίρνουν οι Τούρκοι, το 1917 πάλι στους Βούλγαρους, με την συνθήκη του Νεϊγύ στις 27 Μάη 1919 παραχωρείται στην Ελλάδα και στις 15 Μάη 1920 μπαίνει στην πόλη ο Ελληνικός στρατός.

    Το Διδυμότειχο διατηρεί αρκετά μνημεία του παρελθόντος του μέσα στο κάστρο: το παρεκκλήσιο της Αγίας Αικατερίνης, της εποχής των Παλαιολόγων την Αρμενική εκκλησία, κτισμένη στην θέση του Αγίου Γεωργίου του Παλαιοκαστρίτη, όπου στέφθηκε Αυτοκράτορας του Βυζαντίου ο Ιωάννης Καντακουζηνός, την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, κτισμένη το 1843 στην θέση Βυζαντινής εκκλησίας, της οποίας σώζεται ένα τμήμα της εκκλησίας του Σωτήρα Χριστού, κτισμένη επίσης το 1843 στην θέση Βυζαντινού ναού. Χαρακτηριστικό του κάστρου είναι ακόμη τα λαξευμένα στη Νοτιοανατολική πλευρά του λόφου σπήλαια, υπόγεια βυζαντινών σπιτιών κατά μια άποψη. Έξω από το κάστρο, στην κεντρική πλατεία της πόλης βρίσκεται το τέμενος, που έκτισε στα τέλη του 14ου αι. ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Α΄ Κεραυνός, το αρχαιότερο τέμενος στην Ευρώπη και στις Όχθες του Ερυθροπόταμου το λουτρό της Ουρούτς πασά, κτίσμα και αυτό του τέλους του 14ου αι., το αρχαιότερο λουτρό της Οθωμανικής αρχιτεκτονικής από τα σωζόμενα στη Βαλκανική. Στο Διδυμότειχο γεννήθηκαν: ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάνζη το 1193, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος στις 18 Ιουνίου 1332, ο σουλτάνος των Οθωμανών Βαγιαζήτ Α΄ ο Κεραυνός το 1343, ο εφοπλιστής ευεργέτης Ευγένιος Ευγενίδης το 1882.

   Γεωγραφικά: Τα Διδυμότειχο βρίσκετε στην περιοχή του κάτω ρου του Έβρου, το υψόμετρο του είναι μικρό 30μ αν και απέχει από την θάλασσα σχεδόν 70χλμ. Το έδαφος είναι σχετικά ομαλό και μόνη διαφορά υπάρχει στα δυτικά της πόλη όπου ξεκινά η οροσειρά της Ροδόπης. Τα κλήμα του νομού είναι ηπειρωτικό αλλά το Αιγαίο μπορεί και επηρεάζει λόγο του ότι δεν βρίσκει κανένα ορεινό όγκο ως την πόλη του Διδυμοτείχου, παρόλα αυτά το Διδυμότειχο χαρακτηρίζετε για τις χαμηλές θερμοκρασίες του και τα πολλά χιόνια κατά τους χειμερινούς μήνες, το καλοκαίρι είναι πολύ ζεστό και η θερμοκρασία μπορεί να φτάσει και τους 42C ενώ τον χειμώνα τους -19C, σύνολο ετήσιας βροχόπτωσης 726χλς.

  Ορεστιάδα- Ορεστιάς, η (προ του 1928 Νέα Ορεστιάς)

 Πόλη του νομού Έβρου, πρωτεύουσα της επαρχίας Ορεστιάδας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 6.652, 1951 7.719, 1961 10.281, 1971 10.727, 1981 12.685, 1991 12.691, 2001 15.246, υψόμετρο 30μ. Στο Βορειοανατολικό άκρο του νομού 6χλμ δυτικά του ποταμού Έβρου, 115χλμ βορειοανατολικά της Αλεξανδρούπολης, σιδηροδρομικός σταθμός 527χλμ από την Θεσσαλονίκη. Δεύτερη σε πληθυσμό πόλη του νομού καθώς και οδικός και σιδηροδρομικός κόμβος της Γραμμής Αλεξανδρούπολης- Αδριανούπολης και Αλεξανδρούπολης- Σβίλενγκραντ.

    Ιστορικά: Ιδρύθηκε το 1923 στη θέση του παλαιού οικισμού Κουμ Τσιφλίκ και την συνοίκισαν πρόσφυγες Έλληνες από το τρίγωνο Καραγάτς, που παραχωρήθηκε στην Τουρκία με την συνθήκη της Λοζάννης (23 Ιουλ 1923).

    Γεωγραφικά: Η πόλη είναι κτισμένη στο Δυτικό τμήμα της πεδιάδας της Ανατολικής Θράκης σε υψόμετρο 30μ. Βρίσκετε περίπου 6χλμ από τον ποταμό Έβρο, το κλίμα είναι σχεδόν παρόμοιο με το Διδυμότειχο και η μόνη διαφορά είναι ότι το καλοκαίρι είναι λίγο πιο ζεστό στην Ορεστιάδα επειδή είναι  πιο μακριά από την θάλασσα.      -19-43C

 

  Νομός Ροδόπης

  Κομοτηνή, η (πάλε Γκιουμουλτζίνα και Γκιουμουρτζίνα)

Πόλη της Θράκης, πρωτεύουσα του νομού Ροδόπης και επαρχία Κομοτηνής, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 31.217, 1951 29.734, 1961 28.355, 1971 28.896, 1981 34.051, 1991 37.036, 2001 43.326, υψόμετρο 45μ. Στο βόρειο τμήμα της εύφορης πεδιάδας της, που φτάνει μέχρι και την θάλασσα, κοντά στις νότιες απολήξεις της Ροδόπης, 795 χλμ. από την Αθήνα και 281 χλμ. από την Θεσσαλονίκη, σιδηροδρομικός σταθμός 374χλμ από την Θεσσαλονίκη. Η Κομοτηνή είναι πόλη με δική της ξεχωριστή φυσιογνωμία, είναι διοικητικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο του νομού. Θεωρείται πόλη μωσαϊκό λόγο των διαφορετικών φυλών που ζουν αιώνες ειρηνικά μεταξύ τους.  

  Ιστορικά: Στην περιοχή της Κομοτηνής έχουν επισημανθεί ανθρώπινες εγκαταστάσεις από την προϊστορική εποχή και στις παρυφές της νεολιθικοί οικισμοί. Τον 4ο αι. μ.Χ. στην θέση που αργότερα κτίστηκε η πόλη υπήρχε, προφανώς για την προστασία της Εγνατίας οδού, φρούριο, που αποδίδεται στον αυτοκράτορα (378-395) Θεοδόσιο Α΄. Οι άνθρωποι, που έμειναν στο φρούριο, αλλά και στον σταθμό, που θα δημιουργήθηκε στην Εγνατία, ήταν ο πρώτος πυρήνας της Κομοτηνής, ο οποίος μεγάλωσε, έγινε πόλισμα, όταν κατέφυγαν εκεί,  στην ασφάλεια του φρουρίου, τον 13ο αι. οι κάτοικοι της Μουσιουπόλεως για να γλιτώσουν από τις επιδρομές. Για πρώτη φορά συναντάται το όνομα Κομοτηνά και Κομοτηνή σε κείμενα του Βυζαντινού ιστορικού Νικηφόρου Γρηγορά (1296-1366), ενώ ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός (1347-1355) την αναφέρει Κουμουτζηνά.

 

     Στους βυζαντινούς χρόνους η πόλη συμμερίζεται τις τύχες της Θράκης, αλλά δεν βρίσκεται στο επίκεντρο των γεγονότων. Το 1361 την καταλαμβάνουν οι Τούρκοι και στα χρόνια που ακολουθούν αναπτύσσεται σε εμπορικό κέντρο, το όνομα της Κουμουτζηνά μεταπλάθεται σε  Γκιουμουλτζίνα –Γκιουμουρζίνα και με αυτό αναφέρετε σε όλα τα χρόνια της τουρκοκρατίας. Στα μέσα του 18ου αι. είναι έδρα μητροπόλεως. Στους Βαλκανικούς και στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο ακολουθεί, όπως και όλη η περιοχή, τις τύχες και τις εναλλαγές, που τις καθορίζουν οι διάφορες συνθήκες, στις 14 Ιουλίου 1913 την απελευθερώνει ο Ελληνικός στρατός από την Βουλγαρική κατοχή, το 1919 γίνεται έδρα του Γάλλου στρατηγού Σαρπύ και στις 14 Μάη 1920 απελευθερώνεται οριστικά με την είσοδο του ελληνικού στρατού. Τότε ακριβώς ξαναπαίρνει και το όνομα Κομοτηνή.

    Από το βυζαντινό φρούριο της, σώζονται μερικά τμήματα. Μέσα στα όρια του φρουρίου βρίσκετε η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με ξυλόγλυπτο τέμπλο του 17 αι. Αξιόλογο είναι το κτίριο ενός πτωχοκομείου (Ιμαρέτ) της τουρκοκρατίας, κτίσμα του 14ου αι., που με τα υλικά της κατασκευής του και με την μορφή του θυμίζει βυζαντινή εκκλησία. Στο αρχαιολογικό μουσείο υπάρχουν ευρήματα από τους προϊστορικούς οικισμούς της Θράκης και από τις αρχαίες πόλεις Άβδηρα, Δίκαια, Στρύμη, Μαρώνεια, Μεσημβρία και από την αρχαϊκή περίοδο (7ος -6ος π.Χ. αι.) ως την Ρωμαϊκή (1ος π.Χ.-3ος μ.Χ. αι.). Στην Κομοτηνή γεννήθηκε ο μητροπολίτης Τραπεζούντας και αργότερα αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος (Χαρίλαος Φιλιππίδης) το 1881, ο ιστορικός, μελετητής του λαϊκού πολιτισμού, πανεπιστημιακός καθηγητής Στίλπων Κυριακίδης το 1887, ο γιατρός πανεπιστημιακός καθηγητής Αλέξανδρος Συμεωνίδης το 1909.

   Γεωγραφικά: Η Πόλη βρίσκετε στην ομώνυμη πεδιάδα η οποία είναι από τις μεγαλύτερες τις Θράκης, έχει έκταση περίπου 500τ χλμ. και καταλαμβάνει το 1/5 της έκτασης του νομού. Η  πεδιάδα αρχίζει Δυτικά από το βύθισμα της λίμνης Βιστονίδας, προς Ανατολικά φτάνει ως την γραμμή των οικισμών Σάπες- Νέα Σάντα, προς βόρεια φτάνει ως τις  νότιες απολήξεις τις οροσειράς της Ροδόπης  και προς νότια ως τις ακτές του Θρακικού πελάγους. Το κλίμα είναι σχετικά εύκρατο με σχετικά δροσερά καλοκαίρια και ήπιο χειμώνα, οι βροχές είναι μάλλον λίγες. -16-39630χλσ

 

Νομός Ξάνθης

Ξάνθη, η

Πόλη της Θράκης, πρωτεύουσα του νομού και επαρχίας Ξάνθης, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 28.961, 1951 25.700, 1961 26.377, 1971 24.867, 1981 31.541, 1991 34.889, 2001 45.111, υψόμετρο 80μ. Στο κέντρο σχεδόν του νομού, στις ανατολικές απολήξεις της Δυτικής Ροδόπης, στο Βόρειο άκρο της ομώνυμης πεδιάδας, 738χλμ από την Αθήνα, 225 από την Θεσσαλονίκη, σιδηροδρομικός σταθμός 327χλμ από την Θεσσαλονίκη. Την διασχίζει το μικρό ποτάμι που έχει το όνομα της. Η πόλη είναι το διοικητικό, οικονομικό, εμπορικό και το μόνο αστικό κέντρο του νομού. Η πόλη είναι μια από τις λίγες ζουν μουσουλμάνοι και διαθέτει τζαμί.

Ιστορικά: Τον 1οαι μ.Χ. ο Στράβων αναφέρει πόλη Ξάνθεια, η οποία συναντάται και σε βυζαντινές πηγές, όχι όμως συχνά ως τον 9αι. Μια άποψη ταυτίζει την πόλη αυτή με την Ξάνθη και αποδίδει την αραιή εμφάνιση της στο ότι ως τον 9οαι ήταν ένα ασήμαντο πόλισμα έξω από την Εγνατία οδό. Τον 9οαι αναφέρεται ως έδρα επισκοπής και επί Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου ως έδρα αρχιεπισκοπής. Τον 13αι είναι σχετικά μεγάλη και οχυρωμένη και το 1264 παραχειμάζει εκεί ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος.

Τον 14οαι φαίνεται να έχει ρόλο στα ιστορικά γεγονότα και το 1361 περιέρχεται στους Τούρκους, μαζί με την υπόλοιπη Θράκη. Στα νεότερα χρόνια αναπτύσσεται ως αγροτικό κέντρο, στις αρχές του 19ου αι. βρίσκετε σε οικονομική άνθηση ως κέντρο παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας καπνού.

Στις 5 Μάη 1829 ισχυρός σεισμός προκαλεί μεγάλες ζημιές. Στους Βαλκανικούς Πολέμους και μετά ακολουθεί τις εναλλαγές της περιοχής¨8 Νοεμβρίου 1912 την καταλαμβάνει ο ελληνικός στρατός, μετά οι Βούλγαροι, οι σύμμαχοι και Μάιο 1920 πάλι ο Ελληνικός στρατός. Εκεί γεννήθηκε ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις στις 23 Οκτωβρίου 1925.

    Γεωγραφικά: Η πόλη βρίσκετε ακριβώς στο σημείο όπου ξεκινάν οι νότιες πλαγιές της Δυτικής Ροδόπης βρίσκετε κάτω από τα στα στενά δύο λόφων, εκ των οποίων ανάμεσα ρέει ο ποταμός της Ξάνθης που αυτός με την σειρά του χύνεται στην λιμνοθάλασσα Βιστονίδα. Το κλίμα της είναι μάλλον ήπιο με όχι τόσο κρύους χειμώνες και δροσερά καλοκαίρια. Το κλίμα είναι σε γενικές γραμμές όμοιο με της Κομοτηνής.

 

Διοικητικό Διαμέρισμα: Μακεδονία

Νομός Δράμας

Δράμα, η

Πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα του νομού και επαρχίας Δράμας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 30.425, 1951 29.498, 1961 32.198, 1971 29.692, 1981 36.109, 1991 37.604, 2001 42.501, υψόμετρο 115μ. Στο νότιο τμήμα του νομού στο βόρειο άκρο της πεδιάδας, 688χλμ από την Αθήνα και 175 από την Θεσσαλονίκη, σιδηροδρομικός σταθμός 232χλμ από την Θεσσαλονίκη. Εμπορικό, οικονομικό και διοικητικό κέντρο του νομού.

 

    Ιστορικά: Πληροφορίες για την αρχαία και την Ρωμαϊκή περίοδο δεν υπάρχουν, ενδείξεις όμως στηρίζουν την άποψη ότι στην θέση της Δράμας υπήρχε αρχαίος οικισμός με την ονομασία Δύραμα ή Ύδραμα. Από περιγραφές προκύπτει ότι κοντά στην σημερινή πόλη υπήρχε κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους ακμαία κωμόπολη. Η Δράμα αναφέρετε από τον 12αι. Το 1345 την κατέλαβε ο βασιλείας των Σέρβων Στέφανος Δρούσαν, 1357 κοντά στην πόλη οι Σέρβοι νίκησαν τους Βυζαντινούς και 1371 την κατέλαβαν οι Τούρκοι. Στις 6 Μαΐου 1829 έπαθε ζημιές από μεγάλο σεισμό.

.

Στις 6 Οκτωβρίου 1912 την κατέλαβαν οι Βούλγαροι, την 1 Ιούλη 1913 την ελευθέρωσαν οι Έλληνες. Τον Αύγουστο 1916 οι σύμμαχοι Γερμανοί και Βούλγαροι που την κράτησαν μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου, τον Σεπτέμβρη 1918. Στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, τον Απρίλη 1941, οι Γερμανοί την παραχώρησαν στους Βούλγαρους, που τη κράτησαν ως το τέλος του πολέμου. Κοντά στην πόλη αρχαίος οικισμός. Μέσα τάφος των Ελληνιστικών χρόνων και βυζαντινό τείχος. Χαρακτηριστικό δείγμα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής τα παλαιά εκπαιδευτήρια.  

 Γεωγραφικά: Η πόλη είναι κτισμένη στα βόρεια ενός σχετικά κλειστού λεκανοπεδίου, που περικυκλώνετε βόρεια από το όρος Φαλακρό, Ανατολικά από λοφώδης εκτάσεις των νότιων απολήξεων της Ροδόπης, νότια από το όρος Παγγαίο και Δυτικά από χαμηλούς λόφους, το κλίμα είναι ζεστό το καλοκαίρι και σχετικά κρύο τον χειμώνα, το χιόνι είναι συνηθισμένο τους χειμερινούς μήνες.  

 

Νομός Καβάλας

Καβάλα, η (προ του 1940 Καβάλλα στην αρχαιότητα Νεάπολης, στους Βυζαντινούς χρόνους Χριστούπολις)

Πόλη της Μακεδονίας πρωτεύουσα του νομού και επαρχίας Καβάλας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 49.667, 1951 42.102, 1961 44.517, 1971 46.234, 1981 56.375, 1991 56.571, 2001 58.633, υψόμετρο 53μ. Είναι κτισμένη αμφιθεατρικός, στους πρόποδες του όρους Συμβόλου, στο αριστερό μυχό του φερώνυμου κόλπου, στην μέση ακριβώς της ακτής μεταξύ Θεσσαλονίκης Αλεξανδρουπόλεως, 682 χλμ. από την Αθήνα 169χλμ. από την Θεσσαλονίκη, λιμάνι 245ν.μ. από τον Πειραιά. Είναι το σημαντικότερο εμπορικό, εξαγωγικό, βιομηχανικό και αλιευτικό της Μακεδονίας και από τα μεγαλύτερα της χώρας παραδοσιακά κέντρα επεξεργασίας και εξαγωγής καπνού.

    Ιστορικά: Στην ιστορία της πορείας της η Καβάλα, ίδια πάντα πόλη, στην ίδια πάντα θέση, έχει λάβει τρία ονόματα: Νεάπολις στην αρχαιότητα, Χρυστούπολις κατά τα βυζαντινά χρόνια και Καβάλα κατά την Τουρκοκρατία, με βασικό παράγοντα στην εξέλιξη της την ιδιαιτέρως επίκαιρη, στρατηγικός και εμπορικός, θέση της στον δρόμο που οδηγούσε προς το χρυσοφόρο Παγγαίο όρος και ένωνε Μακεδονία – Θράκη και Ευρώπη – Ασία στην αρχαιότητα. Σταθμός στην Εγνατία οδό κατά την Ρωμαϊκή περίοδο, λιμάνι που εξασφάλιζε την επικοινωνία της Θεσσαλονίκης με την Κωνσταντινούπολη στο Βυζάντιο και πάντοτε θέση οχυρή.

    Η Νεάπολις, αποικία της Θάσου, ιδρύθηκε στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. στην χερσόνησο που βρίσκεται σήμερα η συνοικία Παναγία, η παλαιά της πόλη. Σύντομα την οχύρωσαν με ισχυρό τείχος, λίγο πριν από το 500 π.Χ. αρχίζουν να κυκλοφορούν νομίσματα της Αργυρά. Μετά τους Περσικούς πολέμους γίνεται μέλος της Α΄ συμμαχίας και το 377 π.Χ. της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας,  το 355 π.Χ. καλείτε εδώ Αθηναϊκός στόλος να περιορίσει τον Φίλιππο Β΄, ο οποίος όμως από το 346 π.Χ. είναι κύριος της Θράκης, σε λίγο ελέγχει και την Θάσο και από τότε η Νέαπολις χάνει την ελευθερία της. Στην μάχη των Φιλίππων (Οκτώβριο 42π.Χ.) είναι βάση του στόλου του Βρούτου και του Κάσιου και τον Φθινόπωρο το υ 49μ.Χ.  αποβιβάζεται εδώ, πρώτη φορά σε Ευρωπαϊκή πόλη ο Απόστολος Παύλος πίνοντας για τους Φιλίππους. Τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες αναφέρετε μόνο σε οδοιπορικά, ως σταθμός στον δρόμο για την Ασία, είναι έδρα επισκόπου και επί Ιουστινιανού (527- 565) επισκευάζονται τα τείχη της. Τελευταία φορά συναντάται σε κείμενο του τέλους του 8ου αι. ως έδρα επισκοπής.

    Η ονομασία Χριστούπολις αναφέρεται πρώτη φορά στις αρχές του 9ου αι. Στην περίοδο των Σλαβικών περιοχών εγκαθίσταται στο φρούριο της ο δεύτερος, μετά τον αυτοκράτορα, Βυζαντινός τιτλούχος, αργότερα ανήκει στο θέμα του Στρυμόνος, το 926 επισκευάζει τα τείχη ο αρχηγός του Θέματος Κλάδων, το 1097 περνούν από εδώ τα στρατεύματα της 1ης Σταυροφορίας, το 1185 την πυρπολούν οι Νορμανδοί, το 1306 περνούν έξω από τα τείχη της οι Καταλανοί, που κατευθύνονται στην Θεσσαλονίκη και αμέσως μετά ο Αυτοκράτορας Β΄ Παλαιολόγος κτίζει ένα μακρύ τείχος, που αρχίζει από τα τείχη της πόλης και φτάνει ως την κορυφή του βουνού. Το 1387 την κυριεύουν οι Τούρκοι, οι οποίοι το 1391 την καταστρέφουν εντελώς, οι κάτοικοι σκορπίζονται, ο τόπος ερημώνει. Από τότε και ως το 1526 περίπου δεν υπάρχει πραγματικός οικισμός, αλλά ένα οχυρωμένο φρούριο, που το 1425 το παίρνουν οι Βενετοί, ύστερα από σκληρές μάχες με τους Τούρκους, οι οποίοι επανέρχονται σύντομα.

    Η ονομασία καβάλα εμφανίζετε πιθανώς στα μέσα του 15αι είναι πάντως γνωστή το 1470. Το 1546-49 φαίνετε πως ξαναδημιουργείται η πόλη, η οποία σύντομα προσελκύει πολλούς κατοίκους, Τούρκους, Χριστιανούς και Εβραίους, που συγκεντρώνονται στην ασφάλεια που τους παρέχουν τα ισχυρά, επισκευασμένα τώρα τείχη. Σε λίγο ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπείς (1521-1566) κτίζει νέο , ευρύτερο, οχυρωματικό περίβολο, για να περιλάβει την επεκτεινόμενη πόλη, κτίζει επίσης και το παλαιότερο τέμενος, πανδοχείο (καραβάν- σεράι), λουτρά και το υδραγωγείο, από το οποίο διατηρήθηκαν οι καμάρες. Το 17ο αι. αναφέρονται επιδρομές πειρατικών πλοίων και ληστείες καραβανιών. Τον 18ο αι. αναπτύσσεται το εμπόριο, μεγαλώνει οι κίνηση του λιμανιού, η πόλη βγαίνει έξω από τα τείχη, το ελληνικό στοιχείο πληθαίνει και έχει ενεργότερο ρόλο στην ζωή του τόπου: το 1867 κτίζετε η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου, σήμερα μητρόπολη, το 1880 η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, εκλέγεται εξαμελής δημογεροντία, που φροντίζει για τα σχολεία, τους δασκάλους και την μόρφωση των νέων και κτίζονται δημόσια καταστήματα, όπως την το παρθεναγωγείο και η μεγάλη λέσχη. Το 1893 ιδρύθηκε γαλλικό ταχυδρομείο. Στις 28 Οκτωβρίου 1912 οι Βούλγαροι πήραν την Καβάλα από τους Τούρκους χωρίς αντίσταση, αποχώρησαν στις 25 Ιούνη 1913 και την επομένη ελληνικός στόλος αποβίβασε αγήματα, που κατέλαβαν την πόλη. Την κατέλαβαν επίσης οι Βούλγαροι μαζί με τους Γερμανούς, στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (28 Αυγούστου 1916 – 7 Οκτώβρη 1918), ενώ στον δεύτερο την παραχώρησαν οι Γερμανοί στους Βούλγαρους (Απρίλιος 1941- Μάιος 1945).

    Αρχαιολογικά: Στη συνοικία Παναγία σώζονται μεγάλα τμήματα του τείχους της αρχαίας Νεαπόλεως. Από το ιερό της Πολιούχου Θεάς, της Παρθένου, που ήταν η κύρια λατρεία της πόλεως, έχουν σωθεί αρχιτεκτονικά μέλη του ναού, που είχε κτιστεί στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Από την παλαιοχριστιανική περίοδο δεν έχουν σωθεί μνημεία, αν και από τα ευρήματα αποδείχτηκε ότι υπήρχαν. Έχουν σωθεί μεγάλα τμήματα από τείχη και πύργους, που έκτισε αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος (αρχές 14ου αι.). Ανέπαφο διατηρείτε το υδραγωγείο, οι εντυπωσιακές σήμερα καμάρες του, που έκτισε ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπείς ( μέσα 16ου αι.) και επισκεύασε ο Μωχάμετ Άλι (1816). Σώζονται ακόμη το αρχοντικό της οικογένειας του Μωχάμετ Άλι και το Ιμαρέτ, πτωχοκομείο και ιεροδιδασκαλείο, που έκτισε επίσης ο Μωχάμετ Άλι (1817).

    Στην Καβάλα γεννήθηκε ο Θεόδωρος Καβαλιώτης, ο επιλεγόμενος Μοσχοπολίτης από τους ιδρυτές και διευθυντές της Ανωτάτης Σχολής Μοσχοπόλεως στα μέσα του 18ου αι. Ο ιδρυτής της τελευταίας αιγυπτιακής δυναστείας Μωχάμετ Άλι το 1769, ο γιος του Μωχάμετ Άλι, γνωστός και από την ελληνική επανάσταση, στρατιωτικός, Ιμπραήμ πασάς το 1789, ο ζωγράφος Ουμπέρτος Αργυρός το 1882, ο συνθέτης Γιάννης Ανδρέου Παπαιωάννου το 1910, ο ζωγράφος Παύλος Μοσχίδης το 1924, ο μηχανικός καθηγητής ΕΜΠ Γεώργιος Γκρός στις 29 Δεκέμβρη 1925, ο μαθηματικός, πανεπιστημιακός καθηγητής, α.μ. της Ακαδημίας Αθηνών Λυσίμαχος Μαυρίδης στις 16 Σεπτέμβρη 1928, η ηθοποιός Αντιγόνη Βαλάκου το 1933, ο λογοτέχνης Γιώργος Χειμωνάς το 1939.   

   Γεωγραφικά: Η πόλη βρίσκετε στις ακτές του ομώνυμου κόλπου, στις νοτιοανατολικές απολήξεις του όρους Σύμβολο, το έδαφος είναι εξερετικά ανώμαλο αφού οι ακτές σε αυτό το σημείο είναι πολύ απότομες το μέσο ύψος της πόλης είναι 53μ. Το κλίμα αν και η πόλη είναι παραθαλάσσια είναι αρκετά κρύο κατά των χειμώνα αφού ανεπίσημες πηγές μιλούν για θερμοκρασίες ως και -25C!!! Τα καλοκαίρια είναι σχετικά δροσερά αφού η επίδραση της θαλάσσιας αύρας γειτνιάζει το κλίμα, οι βροχές είναι λίγες 569χλσ   

 

Χρυσούπολη, η (προ του 1928 Σαρή Σαμπάν και Σαπαίοι)

Κωμόπολη του νομού Καβάλας, πρωτεύουσα της επαρχίας Νέστου, ^