|
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Περιφέρεια: Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης Διοικητικό Διαμέρισμα: Θράκη Νομός Έβρου Αλεξανδρούπολη, η (παλ. Δεδέαγατς) Πόλη της Θράκης πρωτεύουσα του Νομού Έβρου και επαρχίας Αλεξανδρουπόλεως, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 15.472, 1951 16.632, 1961 18.712, 1971 22.995, 1981 34.535, 1991 36.994, 2001 48.885 υψόμετρο 10μ. Ο πληθυσμός της πόλης γνώρισε μεγάλη αύξηση την δεκαετία του 80΄και μετά, ειδικότερα στις μέρες μας η πόλη εξακολουθεί να είναι μητροπολιτικό κέντρο για όλο τον νομό και όχι μόνο. Βρίσκεται σε απόσταση 862χλμ από την Αθήνα, 379χλμ από την Θεσσαλονίκη και 16χλμ από τα Ελληνοτουρκικά σύνορα, διαθέτει σιδηροδρομικό σταθμό 442χλμ από την Θεσσαλονίκη ,αξιόλογο λιμάνι 248νμ από τον Πειραιά. Διοικητικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο η Αλεξανδρούπολη φημίζεται για τα έργα τέχνης και τα ιστορικά μνημεία της όπως η Ζαρίφειος παιδαγωγική ακαδημία ένα από τα ελάχιστα κτήρια σπάνιας αρχιτεκτονικής τέχνης στην πόλη και το παλαιό νοσοκομείο πανέμορφο κτήριο με γνήσια στοιχεία της παλαιάς αρχιτεκτονικής. Ιστορικά. Στην θέση της πόλης βρισκόταν αρχαία πόλη της Σάλης που την έκτισε η Σαμοθράκη ως αποικία τον 6ο π.Χ. αι. ως εμπορικό σταθμό. Το 188π.Χ. ανήκε στο έδαφος της Μαρώνειας όπου και αναφέρετε ως τον 4 αι. μ.Χ. Μια άλλη εκδοχή είναι ότι ο Πλούταρχος αναφέρει ότι η Αλεξανδρούπολη ιδρύθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο. Η ιστορία της πόλης αρχίζει ουσιαστικά από το 1878, όταν μηχανικοί του Ρωσικού στρατού, που κατείχε τότε την περιοχή, μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-79, χάραξαν το σχέδιο, με το οποίο αναπτύχθηκε ο οικισμός και έλαβε την βασική μορφή της η σημερινή πόλη (που ακόμα και στις μέρες μας διαθέτει το πιο όμορφο σχέδιο πόλεως σε όλη τη χώρα). Το όνομα αυτό το πήρε όταν έφτασαν εδώ οι πρώτοι Οθωμανοί πριν το 1500 και δημιουργήθηκε μουσουλμανική κοινότητα για Δερβίσηδες. Ένας Δερβίσης, που για τους Μουσουλμάνους θεωρούνταν όσιος, καθόταν κάτω από ένα δέντρο. Από το δέντρο και τον Δερβίση πήρε η πόλη το όνομα Δεδέ Αγάτς που σημαίνει δέντρο καλόγερου. Αλεξανδρούπολη ονομάστηκε όταν ελευθερώθηκε. Η ανάπτυξη άρχισε κυρίως με την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Κωνσταντινουπόλεως, οπότε εγκαταστάθηκαν εδώ Έλληνες εμπορευόμενοι από την Αίνο κυρίως που ήταν το εμπορικό κέντρο της εποχής τότε, καθώς και άλλες πόλεις όπως την Μάκρη κα. με αποτέλεσμα ο οικισμός να εξελιχθεί σε εμπορικό κέντρο και επίνειο της Θράκης και τις Ανατολικής Ρωμυλίας. Από τότε η πόλη ακολουθεί της εναλλαγές της περιοχής. Η συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγ 1913)μεταφέρει τα όρια του Ελληνικού στρατού στον ποταμό Νέστο. Η πόλη τότε περνάει στα χέρια των Βούλγαρων οι οποίοι επιδόθηκαν σε σφαγές και λεηλασίες. Φόνευσαν 500 μουσουλμάνους και 53 Έλληνες. Στις 3 Ιουλίου 1913 οι Βούλγαροι φυλάκισαν 800 Έλληνες και δεν τους αποφυλάκισαν αν δεν τους έδιναν από 25 μέχρι 250 λίρες Τουρκίας. Το 1915 στην εκστρατεία της Καλλιπόλεως , οι σύμμαχοι βομβαρδίζουν τη πόλη και προξενούν σοβαρές ζημιές. Τότε γκρεμίζετε και ένας κυλινδρόμυλος, που τον θεωρούσαν τον μεγαλύτερο της Ανατολής. Από τον Οκτ. 1919 ως τον Μάη 1920 την κατέχουν συμμαχικές δυνάμεις. Στις 14 Μάη 1920 ενσωματώνεται στην Ελλάδα. Κατά την Γερμανική κατοχή 1941-1944 περιήλθε στον έλεγχο της Βουλγαρίας. Οι Βούλγαροι άσκησαν πολλές πιέσεις στον πληθυσμό της πόλεις να την εγκαταλείψουν. Κατά την αποχώρηση τους επιδόθηκαν σε λεηλασίες και έκαψαν 650 από τα 3000 σπίτια της πόλης, ο πληθυσμός της τότε ήταν περί τους15000 κατοίκους. Γεωγραφικά. Η Αλεξανδρούπολη είναι κτισμένη στις ακτές του Βορείου Αιγαίου Δυτικά του Δέλτα του ποταμού Έβρου. Το υψόμετρο της είναι μεταξύ της στάθμης τις Θάλασσας και των 15μ. Προς τα βόρεια βρίσκονται τα πρώτα υψώματα των Νοτιοανατολικών απολήξεων της οροσειράς της Ροδόπης. Το κλίμα τις πόλης μπορεί να χαρακτηριστεί Μεσογειακό με δριμύς χειμώνες λόγω του ότι η πόλη είναι προσήνεμη στο Βορειοανατολικό ρεύμα που πνέει από τις πεδιάδες τις Ουκρανίας διασχίζει την Μαύρη Θάλασσα και τις πεδιάδες τις Ανατολικής Βουλγαρίας για να καταλήξει στην κοιλάδα του Έβρου και να συνεχίσει νοτιότερα. Το συγκεκριμένο ρεύμα κατά τον χειμώνα είναι πολύ ψυχρό και φέρνει χιόνια στην πόλη, όμως η θάλασσα κάνει πιο ήπια την θερμοκρασία, που μεν πέφτει αισθητά αλλά όχι τόσο όσο στην ενδοχώρα, οι βροχοπτώσεις είναι ελάχιστες 600χλστ Θερμοκρασιακό εύρος -16-40C
Διδυμότειχο, το Πόλη του νομού Έβρου, πρωτεύουσα της επαρχίας του Διδυμοτείχου. Κάτοικοι 1940 7.791, 1951 6.927, 1961 7.287, 1971 8.388, 1981 8.374, 1991 8.336, 2001 8.799, υψόμετρο 30μ. Στο Βορειανατολικό τμήμα του νομού στην όχθη του Ερυθροπόταμου, δεξιού παραπόταμου του Έβρου, φυσικό σύνορο με την Τουρκία, 95χλμ Βορειοανατολικά της Αλεξανδρούπολης, το Διδυμότειχο διαθέτει σιδηροδρομικό σταθμό 541χλμ από την Θεσσαλονίκη. Είναι το κέντρο της επαρχίας του. Το παλαιό τμήμα της πόλης, με τα βυζαντινά κατάλοιπα, βρίσκεται στην κορυφή του λόφου και μέσα στο κάστρο. Ιστορικά: Τα Διδυμότειχο το ίδρυσαν οι Βυζαντινοί τον 8ο-9ο αι., σε θέση όπου υπήρχε αρχαία οχύρωση, κοντά στα ερείπια της Ρωμαϊκής Πλατινουπόλεως και το προστάτευσαν με δίδυμο ,διπλό τείχος στο οποίο οφείλει το όνομα του. Όταν πήραν Την Κωνσταντινούπολη οι Φράγκοι το 1204 στο Διδυμότειχο κατέφυγε ο οικουμενικός πατριάρχης. Μετά το κατείχε φρουρά του Αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννου Γ΄ Δούκα Βατάνζη, ο οποίος κατάγεται από την πόλη. Το 1222 το παίρνει ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός, που είχε μόλις ανακηρυχθεί Αυτοκράτορας στην Θεσσαλονίκη. Το 1230 το καταλαμβάνει ο βασιλείας της Βουλγαρίας Ιωάννης Ασάν, το 1255 το ξανά παίρνει ο γιος διάδοχος του Βατάνζη, Θεόδωρος Β΄ Δούκας Λάσκαρης, και το 1257 ανακηρύσσεται εδώ Αυτοκράτορας ο Ιωάννης Καντακουζηνός, ο οποίος διατηρεί το Διδυμότειχο, ως έδρα για 6 χρόνια, μετά η πόλη περιέρχεται στον γιο του Ματθαίου, στον Αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο και στο τέλος Νοέμβρη 1361 το καταλαμβάνουν οι Τούρκοι υπό τον Μουράτ Α΄, οι οποίοι το χρησιμοποιούν ως έδρα των Σουλτάνων ως την κατάληψη της Αδριανουπόλεως το 1368. Δείγμα της στρατηγικής σημασίας του Διδυμοτείχου είναι ότι ο Μουράτ Α΄ διατήρησε τα τείχη του κάστρου ενώ όλα τα άλλα τα γκρέμισε. Τα 1467 ο σουλτάνος Μωάμεθ Μεχμέτ Β΄ εξόρισε εδώ τον Δημήτριο Παλαιολόγο, Από το Φεβρουάριος του 1713 ως τον Οκτ 1714 οι Τούρκοι κρατούν στη πόλη αιχμάλωτο τον βασιλιά της Σουηδίας Κάρολο ΙΒ΄ μετά την ήττα του στην Πολτάβα της Ουκρανίας. Στον 1ο Βαλκανικό πόλεμο 1912 παίρνουν τη πόλη οι Βούλγαροι, στον Β΄1913 το ξαναπαίρνουν οι Τούρκοι, το 1917 πάλι στους Βούλγαρους, με την συνθήκη του Νεϊγύ στις 27 Μάη 1919 παραχωρείται στην Ελλάδα και στις 15 Μάη 1920 μπαίνει στην πόλη ο Ελληνικός στρατός. Το Διδυμότειχο διατηρεί αρκετά μνημεία του παρελθόντος του μέσα στο κάστρο: το παρεκκλήσιο της Αγίας Αικατερίνης, της εποχής των Παλαιολόγων την Αρμενική εκκλησία, κτισμένη στην θέση του Αγίου Γεωργίου του Παλαιοκαστρίτη, όπου στέφθηκε Αυτοκράτορας του Βυζαντίου ο Ιωάννης Καντακουζηνός, την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, κτισμένη το 1843 στην θέση Βυζαντινής εκκλησίας, της οποίας σώζεται ένα τμήμα της εκκλησίας του Σωτήρα Χριστού, κτισμένη επίσης το 1843 στην θέση Βυζαντινού ναού. Χαρακτηριστικό του κάστρου είναι ακόμη τα λαξευμένα στη Νοτιοανατολική πλευρά του λόφου σπήλαια, υπόγεια βυζαντινών σπιτιών κατά μια άποψη. Έξω από το κάστρο, στην κεντρική πλατεία της πόλης βρίσκεται το τέμενος, που έκτισε στα τέλη του 14ου αι. ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Α΄ Κεραυνός, το αρχαιότερο τέμενος στην Ευρώπη και στις Όχθες του Ερυθροπόταμου το λουτρό της Ουρούτς πασά, κτίσμα και αυτό του τέλους του 14ου αι., το αρχαιότερο λουτρό της Οθωμανικής αρχιτεκτονικής από τα σωζόμενα στη Βαλκανική. Στο Διδυμότειχο γεννήθηκαν: ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάνζη το 1193, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος στις 18 Ιουνίου 1332, ο σουλτάνος των Οθωμανών Βαγιαζήτ Α΄ ο Κεραυνός το 1343, ο εφοπλιστής ευεργέτης Ευγένιος Ευγενίδης το 1882. Γεωγραφικά: Τα Διδυμότειχο βρίσκετε στην περιοχή του κάτω ρου του Έβρου, το υψόμετρο του είναι μικρό 30μ αν και απέχει από την θάλασσα σχεδόν 70χλμ. Το έδαφος είναι σχετικά ομαλό και μόνη διαφορά υπάρχει στα δυτικά της πόλη όπου ξεκινά η οροσειρά της Ροδόπης. Τα κλήμα του νομού είναι ηπειρωτικό αλλά το Αιγαίο μπορεί και επηρεάζει λόγο του ότι δεν βρίσκει κανένα ορεινό όγκο ως την πόλη του Διδυμοτείχου, παρόλα αυτά το Διδυμότειχο χαρακτηρίζετε για τις χαμηλές θερμοκρασίες του και τα πολλά χιόνια κατά τους χειμερινούς μήνες, το καλοκαίρι είναι πολύ ζεστό και η θερμοκρασία μπορεί να φτάσει και τους 42C ενώ τον χειμώνα τους -19C, σύνολο ετήσιας βροχόπτωσης 726χλς. Ορεστιάδα- Ορεστιάς, η (προ του 1928 Νέα Ορεστιάς) Πόλη του νομού Έβρου, πρωτεύουσα της επαρχίας Ορεστιάδας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 6.652, 1951 7.719, 1961 10.281, 1971 10.727, 1981 12.685, 1991 12.691, 2001 15.246, υψόμετρο 30μ. Στο Βορειοανατολικό άκρο του νομού 6χλμ δυτικά του ποταμού Έβρου, 115χλμ βορειοανατολικά της Αλεξανδρούπολης, σιδηροδρομικός σταθμός 527χλμ από την Θεσσαλονίκη. Δεύτερη σε πληθυσμό πόλη του νομού καθώς και οδικός και σιδηροδρομικός κόμβος της Γραμμής Αλεξανδρούπολης- Αδριανούπολης και Αλεξανδρούπολης- Σβίλενγκραντ. Ιστορικά: Ιδρύθηκε το 1923 στη θέση του παλαιού οικισμού Κουμ Τσιφλίκ και την συνοίκισαν πρόσφυγες Έλληνες από το τρίγωνο Καραγάτς, που παραχωρήθηκε στην Τουρκία με την συνθήκη της Λοζάννης (23 Ιουλ 1923). Γεωγραφικά: Η πόλη είναι κτισμένη στο Δυτικό τμήμα της πεδιάδας της Ανατολικής Θράκης σε υψόμετρο 30μ. Βρίσκετε περίπου 6χλμ από τον ποταμό Έβρο, το κλίμα είναι σχεδόν παρόμοιο με το Διδυμότειχο και η μόνη διαφορά είναι ότι το καλοκαίρι είναι λίγο πιο ζεστό στην Ορεστιάδα επειδή είναι πιο μακριά από την θάλασσα. -19-43C
Νομός Ροδόπης Κομοτηνή, η (πάλε Γκιουμουλτζίνα και Γκιουμουρτζίνα) Πόλη της Θράκης, πρωτεύουσα του νομού Ροδόπης και επαρχία Κομοτηνής, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 31.217, 1951 29.734, 1961 28.355, 1971 28.896, 1981 34.051, 1991 37.036, 2001 43.326, υψόμετρο 45μ. Στο βόρειο τμήμα της εύφορης πεδιάδας της, που φτάνει μέχρι και την θάλασσα, κοντά στις νότιες απολήξεις της Ροδόπης, 795 χλμ. από την Αθήνα και 281 χλμ. από την Θεσσαλονίκη, σιδηροδρομικός σταθμός 374χλμ από την Θεσσαλονίκη. Η Κομοτηνή είναι πόλη με δική της ξεχωριστή φυσιογνωμία, είναι διοικητικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο του νομού. Θεωρείται πόλη μωσαϊκό λόγο των διαφορετικών φυλών που ζουν αιώνες ειρηνικά μεταξύ τους. Ιστορικά: Στην περιοχή της Κομοτηνής έχουν επισημανθεί ανθρώπινες εγκαταστάσεις από την προϊστορική εποχή και στις παρυφές της νεολιθικοί οικισμοί. Τον 4ο αι. μ.Χ. στην θέση που αργότερα κτίστηκε η πόλη υπήρχε, προφανώς για την προστασία της Εγνατίας οδού, φρούριο, που αποδίδεται στον αυτοκράτορα (378-395) Θεοδόσιο Α΄. Οι άνθρωποι, που έμειναν στο φρούριο, αλλά και στον σταθμό, που θα δημιουργήθηκε στην Εγνατία, ήταν ο πρώτος πυρήνας της Κομοτηνής, ο οποίος μεγάλωσε, έγινε πόλισμα, όταν κατέφυγαν εκεί, στην ασφάλεια του φρουρίου, τον 13ο αι. οι κάτοικοι της Μουσιουπόλεως για να γλιτώσουν από τις επιδρομές. Για πρώτη φορά συναντάται το όνομα Κομοτηνά και Κομοτηνή σε κείμενα του Βυζαντινού ιστορικού Νικηφόρου Γρηγορά (1296-1366), ενώ ο αυτοκράτορας Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός (1347-1355) την αναφέρει Κουμουτζηνά.
Στους βυζαντινούς χρόνους η πόλη συμμερίζεται τις τύχες της Θράκης, αλλά δεν βρίσκεται στο επίκεντρο των γεγονότων. Το 1361 την καταλαμβάνουν οι Τούρκοι και στα χρόνια που ακολουθούν αναπτύσσεται σε εμπορικό κέντρο, το όνομα της Κουμουτζηνά μεταπλάθεται σε Γκιουμουλτζίνα –Γκιουμουρζίνα και με αυτό αναφέρετε σε όλα τα χρόνια της τουρκοκρατίας. Στα μέσα του 18ου αι. είναι έδρα μητροπόλεως. Στους Βαλκανικούς και στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο ακολουθεί, όπως και όλη η περιοχή, τις τύχες και τις εναλλαγές, που τις καθορίζουν οι διάφορες συνθήκες, στις 14 Ιουλίου 1913 την απελευθερώνει ο Ελληνικός στρατός από την Βουλγαρική κατοχή, το 1919 γίνεται έδρα του Γάλλου στρατηγού Σαρπύ και στις 14 Μάη 1920 απελευθερώνεται οριστικά με την είσοδο του ελληνικού στρατού. Τότε ακριβώς ξαναπαίρνει και το όνομα Κομοτηνή. Από το βυζαντινό φρούριο της, σώζονται μερικά τμήματα. Μέσα στα όρια του φρουρίου βρίσκετε η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με ξυλόγλυπτο τέμπλο του 17 αι. Αξιόλογο είναι το κτίριο ενός πτωχοκομείου (Ιμαρέτ) της τουρκοκρατίας, κτίσμα του 14ου αι., που με τα υλικά της κατασκευής του και με την μορφή του θυμίζει βυζαντινή εκκλησία. Στο αρχαιολογικό μουσείο υπάρχουν ευρήματα από τους προϊστορικούς οικισμούς της Θράκης και από τις αρχαίες πόλεις Άβδηρα, Δίκαια, Στρύμη, Μαρώνεια, Μεσημβρία και από την αρχαϊκή περίοδο (7ος -6ος π.Χ. αι.) ως την Ρωμαϊκή (1ος π.Χ.-3ος μ.Χ. αι.). Στην Κομοτηνή γεννήθηκε ο μητροπολίτης Τραπεζούντας και αργότερα αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος (Χαρίλαος Φιλιππίδης) το 1881, ο ιστορικός, μελετητής του λαϊκού πολιτισμού, πανεπιστημιακός καθηγητής Στίλπων Κυριακίδης το 1887, ο γιατρός πανεπιστημιακός καθηγητής Αλέξανδρος Συμεωνίδης το 1909. Γεωγραφικά: Η Πόλη βρίσκετε στην ομώνυμη πεδιάδα η οποία είναι από τις μεγαλύτερες τις Θράκης, έχει έκταση περίπου 500τ χλμ. και καταλαμβάνει το 1/5 της έκτασης του νομού. Η πεδιάδα αρχίζει Δυτικά από το βύθισμα της λίμνης Βιστονίδας, προς Ανατολικά φτάνει ως την γραμμή των οικισμών Σάπες- Νέα Σάντα, προς βόρεια φτάνει ως τις νότιες απολήξεις τις οροσειράς της Ροδόπης και προς νότια ως τις ακτές του Θρακικού πελάγους. Το κλίμα είναι σχετικά εύκρατο με σχετικά δροσερά καλοκαίρια και ήπιο χειμώνα, οι βροχές είναι μάλλον λίγες. -16-39C 630χλσ
Νομός Ξάνθης Ξάνθη, η Πόλη της Θράκης, πρωτεύουσα του νομού και επαρχίας Ξάνθης, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 28.961, 1951 25.700, 1961 26.377, 1971 24.867, 1981 31.541, 1991 34.889, 2001 45.111, υψόμετρο 80μ. Στο κέντρο σχεδόν του νομού, στις ανατολικές απολήξεις της Δυτικής Ροδόπης, στο Βόρειο άκρο της ομώνυμης πεδιάδας, 738χλμ από την Αθήνα, 225 από την Θεσσαλονίκη, σιδηροδρομικός σταθμός 327χλμ από την Θεσσαλονίκη. Την διασχίζει το μικρό ποτάμι που έχει το όνομα της. Η πόλη είναι το διοικητικό, οικονομικό, εμπορικό και το μόνο αστικό κέντρο του νομού. Η πόλη είναι μια από τις λίγες ζουν μουσουλμάνοι και διαθέτει τζαμί. Ιστορικά: Τον 1οαι μ.Χ. ο Στράβων αναφέρει πόλη Ξάνθεια, η οποία συναντάται και σε βυζαντινές πηγές, όχι όμως συχνά ως τον 9αι. Μια άποψη ταυτίζει την πόλη αυτή με την Ξάνθη και αποδίδει την αραιή εμφάνιση της στο ότι ως τον 9οαι ήταν ένα ασήμαντο πόλισμα έξω από την Εγνατία οδό. Τον 9οαι αναφέρεται ως έδρα επισκοπής και επί Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου ως έδρα αρχιεπισκοπής. Τον 13αι είναι σχετικά μεγάλη και οχυρωμένη και το 1264 παραχειμάζει εκεί ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος. Τον 14οαι φαίνεται να έχει ρόλο στα ιστορικά γεγονότα και το 1361 περιέρχεται στους Τούρκους, μαζί με την υπόλοιπη Θράκη. Στα νεότερα χρόνια αναπτύσσεται ως αγροτικό κέντρο, στις αρχές του 19ου αι. βρίσκετε σε οικονομική άνθηση ως κέντρο παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας καπνού. Στις 5 Μάη 1829 ισχυρός σεισμός προκαλεί μεγάλες ζημιές. Στους Βαλκανικούς Πολέμους και μετά ακολουθεί τις εναλλαγές της περιοχής¨8 Νοεμβρίου 1912 την καταλαμβάνει ο ελληνικός στρατός, μετά οι Βούλγαροι, οι σύμμαχοι και Μάιο 1920 πάλι ο Ελληνικός στρατός. Εκεί γεννήθηκε ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις στις 23 Οκτωβρίου 1925. Γεωγραφικά: Η πόλη βρίσκετε ακριβώς στο σημείο όπου ξεκινάν οι νότιες πλαγιές της Δυτικής Ροδόπης βρίσκετε κάτω από τα στα στενά δύο λόφων, εκ των οποίων ανάμεσα ρέει ο ποταμός της Ξάνθης που αυτός με την σειρά του χύνεται στην λιμνοθάλασσα Βιστονίδα. Το κλίμα της είναι μάλλον ήπιο με όχι τόσο κρύους χειμώνες και δροσερά καλοκαίρια. Το κλίμα είναι σε γενικές γραμμές όμοιο με της Κομοτηνής.
Διοικητικό Διαμέρισμα: Μακεδονία Νομός Δράμας Δράμα, η Πόλη της Ανατολικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα του νομού και επαρχίας Δράμας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 30.425, 1951 29.498, 1961 32.198, 1971 29.692, 1981 36.109, 1991 37.604, 2001 42.501, υψόμετρο 115μ. Στο νότιο τμήμα του νομού στο βόρειο άκρο της πεδιάδας, 688χλμ από την Αθήνα και 175 από την Θεσσαλονίκη, σιδηροδρομικός σταθμός 232χλμ από την Θεσσαλονίκη. Εμπορικό, οικονομικό και διοικητικό κέντρο του νομού.
Ιστορικά: Πληροφορίες για την αρχαία και την Ρωμαϊκή περίοδο δεν υπάρχουν, ενδείξεις όμως στηρίζουν την άποψη ότι στην θέση της Δράμας υπήρχε αρχαίος οικισμός με την ονομασία Δύραμα ή Ύδραμα. Από περιγραφές προκύπτει ότι κοντά στην σημερινή πόλη υπήρχε κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους ακμαία κωμόπολη. Η Δράμα αναφέρετε από τον 12αι. Το 1345 την κατέλαβε ο βασιλείας των Σέρβων Στέφανος Δρούσαν, 1357 κοντά στην πόλη οι Σέρβοι νίκησαν τους Βυζαντινούς και 1371 την κατέλαβαν οι Τούρκοι. Στις 6 Μαΐου 1829 έπαθε ζημιές από μεγάλο σεισμό. . Στις 6 Οκτωβρίου 1912 την κατέλαβαν οι Βούλγαροι, την 1 Ιούλη 1913 την ελευθέρωσαν οι Έλληνες. Τον Αύγουστο 1916 οι σύμμαχοι Γερμανοί και Βούλγαροι που την κράτησαν μέχρι το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου, τον Σεπτέμβρη 1918. Στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, τον Απρίλη 1941, οι Γερμανοί την παραχώρησαν στους Βούλγαρους, που τη κράτησαν ως το τέλος του πολέμου. Κοντά στην πόλη αρχαίος οικισμός. Μέσα τάφος των Ελληνιστικών χρόνων και βυζαντινό τείχος. Χαρακτηριστικό δείγμα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής τα παλαιά εκπαιδευτήρια. Γεωγραφικά: Η πόλη είναι κτισμένη στα βόρεια ενός σχετικά κλειστού λεκανοπεδίου, που περικυκλώνετε βόρεια από το όρος Φαλακρό, Ανατολικά από λοφώδης εκτάσεις των νότιων απολήξεων της Ροδόπης, νότια από το όρος Παγγαίο και Δυτικά από χαμηλούς λόφους, το κλίμα είναι ζεστό το καλοκαίρι και σχετικά κρύο τον χειμώνα, το χιόνι είναι συνηθισμένο τους χειμερινούς μήνες.
Νομός Καβάλας Καβάλα, η (προ του 1940 Καβάλλα στην αρχαιότητα Νεάπολης, στους Βυζαντινούς χρόνους Χριστούπολις) Πόλη της Μακεδονίας πρωτεύουσα του νομού και επαρχίας Καβάλας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 49.667, 1951 42.102, 1961 44.517, 1971 46.234, 1981 56.375, 1991 56.571, 2001 58.633, υψόμετρο 53μ. Είναι κτισμένη αμφιθεατρικός, στους πρόποδες του όρους Συμβόλου, στο αριστερό μυχό του φερώνυμου κόλπου, στην μέση ακριβώς της ακτής μεταξύ Θεσσαλονίκης Αλεξανδρουπόλεως, 682 χλμ. από την Αθήνα 169χλμ. από την Θεσσαλονίκη, λιμάνι 245ν.μ. από τον Πειραιά. Είναι το σημαντικότερο εμπορικό, εξαγωγικό, βιομηχανικό και αλιευτικό της Μακεδονίας και από τα μεγαλύτερα της χώρας παραδοσιακά κέντρα επεξεργασίας και εξαγωγής καπνού. Ιστορικά: Στην ιστορία της πορείας της η Καβάλα, ίδια πάντα πόλη, στην ίδια πάντα θέση, έχει λάβει τρία ονόματα: Νεάπολις στην αρχαιότητα, Χρυστούπολις κατά τα βυζαντινά χρόνια και Καβάλα κατά την Τουρκοκρατία, με βασικό παράγοντα στην εξέλιξη της την ιδιαιτέρως επίκαιρη, στρατηγικός και εμπορικός, θέση της στον δρόμο που οδηγούσε προς το χρυσοφόρο Παγγαίο όρος και ένωνε Μακεδονία – Θράκη και Ευρώπη – Ασία στην αρχαιότητα. Σταθμός στην Εγνατία οδό κατά την Ρωμαϊκή περίοδο, λιμάνι που εξασφάλιζε την επικοινωνία της Θεσσαλονίκης με την Κωνσταντινούπολη στο Βυζάντιο και πάντοτε θέση οχυρή. Η Νεάπολις, αποικία της Θάσου, ιδρύθηκε στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. στην χερσόνησο που βρίσκεται σήμερα η συνοικία Παναγία, η παλαιά της πόλη. Σύντομα την οχύρωσαν με ισχυρό τείχος, λίγο πριν από το 500 π.Χ. αρχίζουν να κυκλοφορούν νομίσματα της Αργυρά. Μετά τους Περσικούς πολέμους γίνεται μέλος της Α΄ συμμαχίας και το 377 π.Χ. της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας, το 355 π.Χ. καλείτε εδώ Αθηναϊκός στόλος να περιορίσει τον Φίλιππο Β΄, ο οποίος όμως από το 346 π.Χ. είναι κύριος της Θράκης, σε λίγο ελέγχει και την Θάσο και από τότε η Νέαπολις χάνει την ελευθερία της. Στην μάχη των Φιλίππων (Οκτώβριο 42π.Χ.) είναι βάση του στόλου του Βρούτου και του Κάσιου και τον Φθινόπωρο το υ 49μ.Χ. αποβιβάζεται εδώ, πρώτη φορά σε Ευρωπαϊκή πόλη ο Απόστολος Παύλος πίνοντας για τους Φιλίππους. Τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες αναφέρετε μόνο σε οδοιπορικά, ως σταθμός στον δρόμο για την Ασία, είναι έδρα επισκόπου και επί Ιουστινιανού (527- 565) επισκευάζονται τα τείχη της. Τελευταία φορά συναντάται σε κείμενο του τέλους του 8ου αι. ως έδρα επισκοπής. Η ονομασία Χριστούπολις αναφέρεται πρώτη φορά στις αρχές του 9ου αι. Στην περίοδο των Σλαβικών περιοχών εγκαθίσταται στο φρούριο της ο δεύτερος, μετά τον αυτοκράτορα, Βυζαντινός τιτλούχος, αργότερα ανήκει στο θέμα του Στρυμόνος, το 926 επισκευάζει τα τείχη ο αρχηγός του Θέματος Κλάδων, το 1097 περνούν από εδώ τα στρατεύματα της 1ης Σταυροφορίας, το 1185 την πυρπολούν οι Νορμανδοί, το 1306 περνούν έξω από τα τείχη της οι Καταλανοί, που κατευθύνονται στην Θεσσαλονίκη και αμέσως μετά ο Αυτοκράτορας Β΄ Παλαιολόγος κτίζει ένα μακρύ τείχος, που αρχίζει από τα τείχη της πόλης και φτάνει ως την κορυφή του βουνού. Το 1387 την κυριεύουν οι Τούρκοι, οι οποίοι το 1391 την καταστρέφουν εντελώς, οι κάτοικοι σκορπίζονται, ο τόπος ερημώνει. Από τότε και ως το 1526 περίπου δεν υπάρχει πραγματικός οικισμός, αλλά ένα οχυρωμένο φρούριο, που το 1425 το παίρνουν οι Βενετοί, ύστερα από σκληρές μάχες με τους Τούρκους, οι οποίοι επανέρχονται σύντομα. Η ονομασία καβάλα εμφανίζετε πιθανώς στα μέσα του 15αι είναι πάντως γνωστή το 1470. Το 1546-49 φαίνετε πως ξαναδημιουργείται η πόλη, η οποία σύντομα προσελκύει πολλούς κατοίκους, Τούρκους, Χριστιανούς και Εβραίους, που συγκεντρώνονται στην ασφάλεια που τους παρέχουν τα ισχυρά, επισκευασμένα τώρα τείχη. Σε λίγο ο σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπείς (1521-1566) κτίζει νέο , ευρύτερο, οχυρωματικό περίβολο, για να περιλάβει την επεκτεινόμενη πόλη, κτίζει επίσης και το παλαιότερο τέμενος, πανδοχείο (καραβάν- σεράι), λουτρά και το υδραγωγείο, από το οποίο διατηρήθηκαν οι καμάρες. Το 17ο αι. αναφέρονται επιδρομές πειρατικών πλοίων και ληστείες καραβανιών. Τον 18ο αι. αναπτύσσεται το εμπόριο, μεγαλώνει οι κίνηση του λιμανιού, η πόλη βγαίνει έξω από τα τείχη, το ελληνικό στοιχείο πληθαίνει και έχει ενεργότερο ρόλο στην ζωή του τόπου: το 1867 κτίζετε η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου, σήμερα μητρόπολη, το 1880 η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, εκλέγεται εξαμελής δημογεροντία, που φροντίζει για τα σχολεία, τους δασκάλους και την μόρφωση των νέων και κτίζονται δημόσια καταστήματα, όπως την το παρθεναγωγείο και η μεγάλη λέσχη. Το 1893 ιδρύθηκε γαλλικό ταχυδρομείο. Στις 28 Οκτωβρίου 1912 οι Βούλγαροι πήραν την Καβάλα από τους Τούρκους χωρίς αντίσταση, αποχώρησαν στις 25 Ιούνη 1913 και την επομένη ελληνικός στόλος αποβίβασε αγήματα, που κατέλαβαν την πόλη. Την κατέλαβαν επίσης οι Βούλγαροι μαζί με τους Γερμανούς, στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (28 Αυγούστου 1916 – 7 Οκτώβρη 1918), ενώ στον δεύτερο την παραχώρησαν οι Γερμανοί στους Βούλγαρους (Απρίλιος 1941- Μάιος 1945). Αρχαιολογικά: Στη συνοικία Παναγία σώζονται μεγάλα τμήματα του τείχους της αρχαίας Νεαπόλεως. Από το ιερό της Πολιούχου Θεάς, της Παρθένου, που ήταν η κύρια λατρεία της πόλεως, έχουν σωθεί αρχιτεκτονικά μέλη του ναού, που είχε κτιστεί στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Από την παλαιοχριστιανική περίοδο δεν έχουν σωθεί μνημεία, αν και από τα ευρήματα αποδείχτηκε ότι υπήρχαν. Έχουν σωθεί μεγάλα τμήματα από τείχη και πύργους, που έκτισε αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος (αρχές 14ου αι.). Ανέπαφο διατηρείτε το υδραγωγείο, οι εντυπωσιακές σήμερα καμάρες του, που έκτισε ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπείς ( μέσα 16ου αι.) και επισκεύασε ο Μωχάμετ Άλι (1816). Σώζονται ακόμη το αρχοντικό της οικογένειας του Μωχάμετ Άλι και το Ιμαρέτ, πτωχοκομείο και ιεροδιδασκαλείο, που έκτισε επίσης ο Μωχάμετ Άλι (1817). Στην Καβάλα γεννήθηκε ο Θεόδωρος Καβαλιώτης, ο επιλεγόμενος Μοσχοπολίτης από τους ιδρυτές και διευθυντές της Ανωτάτης Σχολής Μοσχοπόλεως στα μέσα του 18ου αι. Ο ιδρυτής της τελευταίας αιγυπτιακής δυναστείας Μωχάμετ Άλι το 1769, ο γιος του Μωχάμετ Άλι, γνωστός και από την ελληνική επανάσταση, στρατιωτικός, Ιμπραήμ πασάς το 1789, ο ζωγράφος Ουμπέρτος Αργυρός το 1882, ο συνθέτης Γιάννης Ανδρέου Παπαιωάννου το 1910, ο ζωγράφος Παύλος Μοσχίδης το 1924, ο μηχανικός καθηγητής ΕΜΠ Γεώργιος Γκρός στις 29 Δεκέμβρη 1925, ο μαθηματικός, πανεπιστημιακός καθηγητής, α.μ. της Ακαδημίας Αθηνών Λυσίμαχος Μαυρίδης στις 16 Σεπτέμβρη 1928, η ηθοποιός Αντιγόνη Βαλάκου το 1933, ο λογοτέχνης Γιώργος Χειμωνάς το 1939. Γεωγραφικά: Η πόλη βρίσκετε στις ακτές του ομώνυμου κόλπου, στις νοτιοανατολικές απολήξεις του όρους Σύμβολο, το έδαφος είναι εξερετικά ανώμαλο αφού οι ακτές σε αυτό το σημείο είναι πολύ απότομες το μέσο ύψος της πόλης είναι 53μ. Το κλίμα αν και η πόλη είναι παραθαλάσσια είναι αρκετά κρύο κατά των χειμώνα αφού ανεπίσημες πηγές μιλούν για θερμοκρασίες ως και -25C!!! Τα καλοκαίρια είναι σχετικά δροσερά αφού η επίδραση της θαλάσσιας αύρας γειτνιάζει το κλίμα, οι βροχές είναι λίγες 569χλσ
Χρυσούπολη, η (προ του 1928 Σαρή Σαμπάν και Σαπαίοι) Κωμόπολη του νομού Καβάλας, πρωτεύουσα της επαρχίας Νέστου, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 2.189, 1951 2.649, 1961 5.779, 1971 5.785, 1981 7.119, 1991 7.208, 2001 8.004, υψόμετρο 20μ. Στο νοτιοανατολικό άκρο του νομού, στα 3χλμ δεξιά της όχθης του ποταμού Νέστου, 30χλμ Βορειοανατολικά της Καβάλας. Πρωτεύουσα και κέντρο της επαρχίας και της περιοχής, σε μια εύφορη και καλά αρδευόμενη πεδιάδα, η μεγαλύτερη κωμόπολη του νομού. Επίνειο της η Κεραμωτή. Απελευθερώθηκε στις 11 Ιουλίου 1913. Το κλίμα τις είναι εύκρατο αλλά οι χειμώνες είναι σχετικά ψυχροί λόγο των ανέμων που κατεβαίνουν από την κοιλάδα του Νέστου, τα καλοκαίρια είναι δροσερότερα κατά 3-4 βαθμούς από άλλες περιοχές, λόγο της θέσης που βρίσκεται.
Νομός Σερρών Σέρρες, οι (άλλες αρχαίες ονομασίες Σίρρα, Σιρρέων πόλις, Σέρα, Σιρός) Πόλη της Μακεδονίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού και επαρχίας, έδρα του δήμου Σερρών. Κάτοικοι 1940 34.640, 1951 36.760, 1961 40.063, 1971 39.897, 1981 45.213, 1991 49.380, 2001 54.266, υψόμετρο 50μ. Στο κέντρο σχεδόν του νομού, στο άκρο της ομώνυμης πεδιάδας, 610χλμ από την Αθήνα, 97χλμ από την Θεσσαλονίκη, σιδηροδρομικός σταθμός 162χλμ από την Θεσσαλονίκη. Είναι το διοικητικό, οικονομικό, και ιστορικό κέντρο του νομού, είχε αξιόλογο ιστορικό ρόλο, βρέθηκε συχνά στο προσκήνιο της ιστορίας και διατηρεί αρκετά μνημεία του παρελθόντος της.
Ιστορικά: Η ίδρυση των Σερρών τοποθετείτε στα προ του Τρωικού πολέμου χρόνια, όταν Παίονες, Τεύκροι και Δάρδανοι μετανάστευσαν από την Μικρά Ασία στην Βόρειο Ελλάδα. Πρώτος αναφέρει την πόλη ο Ηρόδοτος, με το όνομα Σίρις ή Παιονική, συναντάται όμως και με άλλες ονομασίες, σχετικά πάντοτε με τους Σιριοπαίονες, την εθνότητα που ζει στην περιοχή: Σίρρα, Συρρέων Πόλις, Σέρα, Σιρός, Σέρραι. Από τον 2ο-3οαι μ.Χ. οι Σέρρες είναι έδρα επισκοπής, τον 7ο αι. συγκαταλέγονται μεταξύ των επισημότερων πόλεων της Μακεδονίας και το 803 ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς ανακαινίζει την πόλη, η οποία βαθμιαία μετατρέπετε σε προμαχώνα της Αυτοκρατορίας εναντίον των Σλαβικών επιδρομών. Το 990 ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ Μακεδών (Βουλγαροκτόνος) οχυρώνει την πόλη και την χρησιμοποιεί ως ορμητήριο εναντίων των Βουλγάρων, οι οποίοι την καταλαμβάνουν το 1206 και την κρατούν ως το 1245, οπότε την ανακτά ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Δούκας. Το 1345 την καταλαμβάνει ο Σέρβος ηγεμόνας Στέφανος Δρούσαν και 1371 την ανακαταλαμβάνει ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος, διοικητής της Θεσσαλονίκης, ο οποίος προσπαθεί να την καταστήσει προμαχώνα της αυτοκρατορίας κατά των Τούρκων, οι οποίοι θα την καταλάβουν στις 19 Σεπτέμβρη 1383 και θα την καταστήσουν ορμητήριο για την κατάκτηση και άλλων Μακεδονικών πόλεων. Αρχές 16ου αι. εγκαθίστανται στις Σέρρες οι πρώτοι Εβραίοι. Τον 17ο αι. ο ελληνισμός είναι οργανωμένος στην τοπική κοινότητα και στην εκκλησία και υπάρχουν σχολεία με επιφανείς διδασκάλους. Αρχές 18ου αι. οι Σέρρες παρουσιάζουν μεγάλη οικονομική δραστηριότητα, με σημαντική παραγωγή σιτηρών, εξαγωγές και ακμαία βιοτεχνία, ενώ στο τέλος του 18ου αι.– αρχές 19ουαι. θα αναδειχθούν μεγαλύτερο, μετά την Θεσσαλονίκη, εμπορικό κέντρο της Μακεδονίας. Το 1738 ιδρύεται στις Σέρρες ένα σημαντικό εκπαιδευτικό κέντρο, που δεν διέκοψε τη λειτουργία του ούτε κατά την επανάσταση του 1821, εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά το 1830 και είχε μεταξύ των διδασκόντων του εξέχουσες προσωπικότητες. Όλες αυτές οι προσπάθειες στηρίζονται στην ενίσχυση ευπόρων Σερραίων, εμπόρων και άλλων αποδήμων στην Κεντρική Ευρώπη, οι οποίοι, παράλληλα, κτίζουν κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, που γνωρίζουν, αρχοντικά και επαύλεις, μάρτυρες της ακμής. Αρχές του 19ου αι. η περιοχή των Σερρών παράγει στάρι, καπνό και βαμβάκι και η πόλη αναπτύσσεται σε μεγάλο εμπορικό κέντρο, με 25.000- 30.000 κατοίκους, από τους οποίους περίπου 15.000 Τούρκοι και λίγες Εβραϊκές οικογένειες που ζουν μαζί με τους Έλληνες. Το 1849 πυρκαγιά θα καταστρέψει τα τρία τέταρτα της πόλης. Όταν οι υπό τον Εμμανουήλ Παπά επαναστατικές προσπάθειες του 1821 απέτυχαν, η πόλη και η περιοχή δοκίμασαν σκληρά της συνέπειες. Αργότερα θα υποστούν της δραστηριότητες των Βουλγάρων κομιτατζήδων (1872- 1904) και θα αντιδράσουν με την δημιουργία ανταρτικών σωμάτων, με την ένοπλη αντίσταση των κατοίκων και με την ίδρυση εκπολιτιστικών συλλόγων, όπως Ορφεύς (1905). Θα ακολουθήσουν οι τουρκικές βιαιότητες κατά των Ελλήνων, η κατάληψη της πόλης τους Βούλγαρους (24 Οκτώβρη 1912) και η πυρπόληση της, επίσης από τους Βούλγαρους (28 Ιούνη 1913), μια μέρα πριν αποχωρήσουν και την καταλάβει ο Ελληνικός Στρατός. Νέες περιπέτειες γνώρισαν οι Σέρρες όταν βρέθηκαν δύο φορές υπό Βουλγαρική κατοχή, στην διάρκεια των δύο Παγκοσμίων πολέμων, το 1916 -1918 στον Α΄ και το 1941-1945 στον Β΄. Αρχαιολογικά: Από την αρχαιότητα έχουν επισημανθεί στις Σέρρες, στον λόφο του Κουλά, λείψανα αρχαϊκού κτηρίου, αρχαίοι τάφοι, υπολείμματα αρχαίας οχυρώσεως, θραύσματα ελληνικών μελανόμορφων αγγείων, ρωμαϊκό νεκροταφείο. Από τη βυζαντινή περίοδο: τμήματα του τείχους, περιέβαλλε την πόλη, τμήματα και πύργοι του τείχους του κάστρου, ο ναός Αγίου Νικολάου στο κάστρο 14ου αι. και η αναστηλωμένη παλαιά μητρόπολη των Αγίων Θεοδώρων, μεγάλη τρίκλινη βασιλική, που κτίστηκε τον 11ο αι. δέχτηκε προσθήκες τον 130 και 14ο, ανακαινίστηκε το 1725, κάηκε το 1913 και αναστηλώθηκε. Κοντά στην πόλη σώζονται ο Άγιος Γεώργιος ο Κρυονερίτης, που αποτελείται από μικρές εκκλησίες: Άγιος Δημήτριο 13ο αι. και Άγιος Γεώργιο 14ο αι. Αξιόλογα τουρκικά μνημεία, που σώζονται, είναι το τζαμί Αχμέτ πασά, τέλους 15ου αι., το Τζιντιρλί τζαμί και το μπεζεστένι, σκεπαστή αγορά, τέλους 14ου αι., το ένα από τα δύο σωζόμενα στην Ελλάδα το άλλο είναι στην Θεσσαλονίκη. Στις Σέρρες γεννήθηκαν: ο εκπαιδευτικός Εμμανουήλ Φωτιάδη το 1805, ευεργέτης της πόλης Γρηγόριος Κωνσταντίνου ή Ρακιντζής το 1832, ο εκπαιδευτικός, πολιτικός Ιωάννης Δέλιος το 1853, η εκπαιδευτικός Ευθαλία Αδάμ το 1860, η παιδαγωγός Άννα Τριανταφυλλίδου το 1867, ο φυσικός Κωνσταντίνος Χόνδρος το 1882 Γεωγραφικά: Πόλη είναι κτισμένη στο άκρο της ομώνυμης πεδιάδας, 11χλμ Ανατολικά του ποταμού Στρυμόνα, δυτικά του όρους Βροντούς. Το κλίμα της πόλης είναι εύκρατο με στοιχεία ηπειρωτικού τα οποία είναι πιο εμφανή κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο χειμώνας είναι ήπιος λόγο του ότι η πόλη είναι φυλαγμένη από τα Δυτικά και Βόρεια όρη που ανακόπτουν τους ψυχρούς ανέμους που κατεβαίνουν από τις κοιλάδες ξεκινώντας από τα ορεινά οροπέδια της Βουλγαρίας, το καλοκαίρι είναι αρκετά θερμό επειδή η αύρα της Θάλασσας δεν φτάνει ως την Λεκάνη των Σερρών, αυτό προσδίδει και την ηπειρωτικότητα της πόλης. Οι βροχές είναι ικανοποιητικές αφού φτάνουν και τα 700χλς.
Νιγρίτα, η Κωμόπολη του νομού Σερρών, πρωτεύουσα της επαρχίας Βισαλτίας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 8.462, 1951 7.926, 1961 9.979, 1971 7.301, 1981 6.531, 1991 6.186, 2001 5.566, υψόμετρο 80μ. Στο νότιο τμήμα του νομού στην άκρη της πεδιάδας, 5χλμ δυτικά του ποταμού Στρυμόνα, στις ακραίες ανατολικές απολήξεις του όρους Βερτίσκος, 22χλμ νότια των Σερρών. Ιστορικά: Στις 24 Οκτωβρίου 1912 ο ελληνικός στρατός την ελευθέρωσε από τους Τούρκους. Στις 16 Ιουνίου 1913 εκδυλώνεται εδώ η πρώτη συντονισμένη βουλγαρική επίθεση εναντίον ελληνικών τμημάτων κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Στις 19 Ιουνίου 1913 Ελληνοβουλγαρικές συγκρούσεις έγιναν στην περιοχή. Στις 20 Ιούνη 1913 οι Βούλγαροι πυρπολούν τη Νιγρίτα και αποχωρούν. Γεωγραφικά: Η Νιγρίτα βρίσκετε σχεδόν 8χλμ νότια- νοτιοδυτικά των όχθων του Στρυμόνα, επίσης βρίσκετε στο νοτιοδυτικό άκρο λίγο πριν της πεδιάδας των Σερρών. Η πόλη βρίσκετε στις ανατολικές απολήξεις του όρους Βερτίσκος σε υψόμετρο 80μ. Το κλίμα της Νιγρίτας διαφέρει από αυτό των Σερρών, τα καλοκαίρια είναι δροσερότερα γιατί η αύρα της θάλασσας φτάνει εκεί ως ένα βαθμό, από την άλλη οι χειμώνες είναι ψυχρότεροι αφού το υψόμετρο της πόλης είναι μεγαλύτερο αλλά και επί δη η πόλη είναι εκτεθειμένη στους ανέμους του Στρυμόνα, οι βροχές είναι λιγότερες από τις Σέρρες λόγω του ότι οι δυτικοί ορεινοί όγκοι διακόπτουν την πορεία των βροχερών νεφών με αποτέλεσμα οι βροχές να είναι σχετικά λιγότερες.
Σιδηρόκαστρο, το (παλαιά Δεμίρ Ισάρ) Κωμόπολη του νομού Σερρών, πρωτεύουσα της επαρχίας Σιντικής, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 8.635, 1951 7.182, 1961 8.177, 1971 6.363, 1981 6.157, 1991 5.377, 2001 5.711, υψόμετρο 100μ. Βρίσκετε στο βόρειο τμήμα του νομού, 26χλμ βορειοδυτικά των Σερρών, σιδηροδρομικός σταθμός 134χλμ από την Θεσσαλονίκη. Το διαρρέει ο παραπόταμος Στρυμόνα Κρουσοβίτης. Μία άποψη ταυτίζει το Σιδηρόκαστρο με την αρχαία Ηράκλεια Σιντική, πάνω από την πόλη υπάρχει βυζαντινό κάστρο, λαξευτή μακεδονικοί τάφοι σε λόφο, ρωμαϊκός οικισμός και νεκροταφείο στην περιοχή Τσερκέζικα. Ιστορικά: Ο Ελληνικός στρατός το κατέλαβε στις 27 Ιουνίου 1913, απόληξη της μάχης της Βετρίνας (Νέο Πετρίτσι).
Περιφέρεια: Κεντρικής Μακεδονίας Νομός Κιλκίς Κιλκίς, το (πάλε Κουκούσι) Πόλη της Μακεδονίας, πρωτεύουσα του ομώνυμου νομού και επαρχίας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 8.356, 1951 9.702, 1961 10.963, 1971 10.538, 1981 11.148, 1991 12.139, 2001 17430, υψόμετρο 280μ. στο κέντρο του νομού, στο βορειοανατολικό τμήμα της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης, σιδηροδρομικός σταθμός 564χλμ από την Αθήνα και 42 από την Θεσσαλονίκη. Διοικητικό και εμπορικό κέντρο του νομού καθώς και η μοναδική του πόλη.
Ιστορικά: Άγνωστο το πότε ακριβώς συνοικίστηκε .Στην τουρκοκρατία είχε και δεύτερη ονομασία, Κουκούσι. Στις 26 Οκτώβρη 1912 το κατέλαβαν οι Βούλγαροι και οχύρωσαν το ίδιο και την περιοχή του. Στις 19 Νοέμβρη 1913, τα χαράματα, ελληνικές δυνάμεις άρχισαν επιχειρήσεις εναντίων των Βουλγάρων, ακολούθησαν σκληρές πολύνεκρες συγκρούσεις, που συνεχίστηκαν τη νύχτα και την επομένη, έληξαν το μεσημέρι της 21ης όταν οι ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν το Κιλκίς, και ολοκληρώθηκαν με την κατάληψη των γύρο υψωμάτων την ίδια μέρα. Η τριήμερη μάχη του Κιλκίς- Λαχανά υπηρέασε την όλη εξέλιξη του Β΄ Βαλκανικού πολέμου, γιατί η Βούλγαροι μετά την ήττα τους, υποχώρησαν όλο το μέτωπο προς Δοϊράνη και Στρυμόνα. Το 1920 η πόλη είχε 2361 κατοίκους, που αυξήθηκαν αργότερα, λόγω του ότι εκεί εγκαταστάθηκαν πολύ πρόσφυγες το 1924 κυρίως από τον Πόντο. Σαν πόλη αρχίζει να παρουσιάζετε μετά το 1930 και ιδίως το 1934, όταν η ως τότε επαρχία Κιλκίς του νομού Θεσσαλονίκης έγινε νομός και το Κιλκίς πρωτεύουσα. Στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο οι Γερμανοί το κατέλαβαν στις 18 Απρίλη 1941. Γεωγραφικά: Το Κιλκίς βρίσκετε στα βορειοανατολικά άκρα της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης σε υψόμετρο 280μ στις πλαγιές ενός μικρού λόφου ανατολικά του Αξιού ποταμού, το κλίμα της πόλης φέρει πολλά στοιχεία ηπειροτηκότητας κυρίως τους χειμερινούς μήνες
Νομός Θεσσαλονίκης Θεσσαλονίκη, η Πόλη της Μακεδονίας πρωτεύουσα του νομού και επαρχίας της Θεσσαλονίκης, έδρα του δήμου και του Πολεοδομικού Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης. Κάτοικοι 1940 275.042, 1951 302.635, 1961 380.648, 1971 557360, 1981 706.180, 1991 749.048, 2001 1.072.377, υψόμετρο 20μ. Κτισμένη στον μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, απλώνεται αμφιθεατρικά από την ακτή προς τις δυτικές- νοτιοδυτικές κλιτής του όρους Χορτιάτης, 513χλμ από την Αθήνα, σιδηροδρομικός σταθμός 520χλμ από τον Πειραιά, λιμάνι 251νμ από τον Πειραιά. Δεύτερη πόλη της χώρας σε πληθυσμό, πρώτη και πρωτεύουσα της Βορείου Ελλάδος, σημαντικός κόμβος χερσαίων, θαλάσσιων και αεροπορικών μεταφορών, σημαντικό εξαγωγικό και εισαγωγικό κέντρο. Η Θεσσαλονίκη έχει δοκιμαστεί συχνά από καταστρεπτικούς σεισμούς: 667μ.Χ., 1420, 5 Ιουλίου 1902, 27 Ιουνίου 1932, 20-24 Ιουλίου 1978 και επίσης από πυρκαϊές: 1890 και Οκτώβρη του 1917, οπότε καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος της παλαιάς πόλης και ολόκληρο το κεντρικό τμήμα της. Τότε η Θεσσαλονίκη είχε 160.000 κατοίκους. Σε όλη την ιστορική της διαδρομή, από την ύστερη αρχαιότητα ως την σημερινή εποχή, η Θεσσαλονίκη παρουσίαζε πάντοτε έντονη οικονομική και εμπορική δραστηριότητα και ασκούσε συνεχώς μια ισχυρή πολιτιστική ακτινοβολία. Μάρτυρες όλων αυτών αποτελούν το πλήθος και η ποιότητα που έχουν τα μνημεία της: αρχαιοελληνικά, ρωμαϊκά, βυζαντινά, μεταβυζαντινά και νεότερα: ισλαμικά, εβραϊκά και ελληνικά, στα οποία οφείλει η πόλη κατά μεγάλο μέρος τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και την σαφή φυσιογνωμία τους. Ιστορικά: Στη περιοχή της Θεσσαλονίκης έχουν επισημανθεί ανθρώπινες εγκαταστάσεις από την 3χιλιετία. Από την 1χιλιετία τα πολίσματα πληθαίνουν και από τον 5ο π.Χ. αι. υπάρχει η πόλη Θέρμη στη θέση, πιθανός, της οποίας συγκέντρωσε το 316/5 π.Χ. ο Κάσσανδρος τον πληθυσμό της γύρο περιοχής και ίδρυσε την νέα πόλη, που της έδωσε το όνομα της συζύγου του, Θεσσαλονίκης, κόρης του Φιλίππου Β΄ και ετεροθαλούς αδερφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η ύπαρξη της Θεσσαλονίκης θα αρχίσει στην Ρωμαιοκρατία (από το 168 π.Χ.) και ιδίως μετά το 146 π.Χ. όταν γίνεται πρωτεύουσα μιας εκτεταμένης ρωμαϊκής επαρχίας, αλλά και με την κατασκευή της Εγνατίας οδού (146-120 π.Χ.), οπότε βρίσκετε στο μέσο της, τέρμα του δρόμου που από τον Δούναβη οδηγεί στον Θερμαϊκό κόλπο και επίκεντρο των συγκοινωνιών της Ανατολής με την Δύση και του Βορά με τον Νότο. Τότε αναπτύσσεται σε μεγάλο στρατιωτικό και εμπορικό κέντρο της Ελληνικής χερσονήσου και είναι η πολυανθρωπότερη και σημαντικότερη πόλη της Μακεδονίας. Το 58π.Χ. ο Κικέρων, που βρίσκετε εξόριστος στη Θεσσαλονίκη, την χαρακτηρίζει ως το πιο καίριο σημείο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το 50μ.Χ. την επισκέπτεται ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος οργανώνει χριστιανική εκκλησία και δημιουργείται έτσι η πρώτη χριστιανική κοινότητα, από την οποία η νέα θρησκεία, ο χριστιανισμός, διαδίδεται ταχύτατα. Στις δύο επιστολές του << Προς Θεσσαλονικείς>>- από τα αρχαιότερα χριστιανικά κείμενα – που στέλνει από Κόρινθο, ο Παύλος εγκωμιάζει τους Θεσσαλονικείς και τους χαρακτηρίζει <<τύπους πάσι τοις πιστεύουσι εν τη Μακεδονία και τη Αχαΐα>>. Τον 3ο αι. η Θεσσαλονίκη δέχεται τις επιθέσεις των Γότθων από την ξηρά (253 και 262) και από τη θάλασσα το 269, αλλά αντέχει. Γύρω στο 300 κάνει έδρα του την πόλη ο Ρωμαίος άρχοντας Γαλέριος, ο οποίος μεγαλώνει την περιτειχισμένη πόλη προς Ανατολή και κτίζει το μεγαλοπρεπές ανακτορικό του συγκρότημα στην περιοχή της σημερινής πλατείας Ναβαρίνου (Ροτόντα, καμάρα κ.α.). στο διωγμό κατά των χριστιανών, που οργανώνει, μαζί με τον συνάρχοντά του Διοκλητιανό, το 303, μαρτυράει ο κατόπιν πολιούχος της πόλης Άγιος Δημήτριος. Γύρω στο 324 ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄ ο Μέγας κατασκευάζει το πρώτο τεχνητό λιμάνι και ξεκινάει από εκεί για τον πόλεμο εναντίον του Λικίνιου, στο τέλος του αιώνα ο Θεοδόσιος Α΄ ο μέγας φροντίζει για την οχύρωση της πόλης και ο στρατηγός του Ορμίσδας δίνει στα τείχη της την οριστική τους μορφή. Το 392 όμως διατάζει να θανατωθούν στον Ιππόδρομο 7.000 Θεσσαλονικείς, εκδικούμενος την εξέγερση τους εναντίον των προστατευομένων του Γότθων. Στα χρόνια του Βυζαντίου η Θεσσαλονίκη είναι η δεύτερη , μετά την Κωνσταντινούπολη, πόλη της Αυτοκρατορίας σε πληθυσμό, πνευματική ζωή και πολιτική σημασία και υποφέρει όσο και εκείνη από τις επιδρομές σλαβικών και άλλων βαρβαρικών φυλών. Τον Ιούλιο του 904 την καταλαμβάνουν για 3 μέρες Σαρακηνοί πειρατές, την λεηλατούν και παίρνουν φεύγοντας 20.000 ανθρώπους, που τους πουλούν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Τον 1ο αι. η Θεσσαλονίκη αποκρούει τις επιδρομές των Βουλγάρων του Συμεών (843-927) και του Σαμουήλ (974-1014), στις οποίες θέτει τέρμα ο Βασίλειος Β΄ το 1018. Το 1185 την καταλαμβάνουν οι Νορμανδοί και την κρατούν ένα χρόνο επιδιδόμενοι σε λεηλασίες και θηριωδίες. Το 1204, όταν οι Φράγκοι καταλύουν το Βυζαντινό κράτος, στη Θεσσαλονίκη δημιουργείται, με βασιλεία τον Βονιφάτιο του Μομφερρατικό, <<φραγκικό βασίλειο>>, που το καταλύει το 1224 ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος, ο οποίος δημιουργεί ένα κράτος από την Αδριατική ως το Αιγαίο, στέφεται αυτοκράτορας του και ορίζει πρωτεύουσα την Θεσσαλονίκη. Το 1246 το κράτος αυτό περιέρχεται στην ελληνική αυτοκρατορία της Νίκαιας. Το 1307-9 εμφανίζονται και αποκρούονται οι Καταλανοί. Ο 14ος αι. είναι περίοδος πολλαπλής ακμής για την Θεσσαλονίκη η οποία γίνεται λαμπρή εστία ελληνικής παιδείας και κέντρο μεταδόσεως της βυζαντινής τέχνης σε όλο τον Βαλκανικό χώρο. Τα μνημεία, που κτίζονται την περίοδο αυτή και οι λόγιοι που είναι εδώ συγκεντρωμένοι, είναι στοιχεία ενδεικτικά: Δημήτριος και Πρόχορος Κυδώνης, Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, Νικηφόρος Χούμνος, Θωμάς Μάγιστρος, Νικόλαος Καβάσιλας, Γρηγόριος Παλαμάς κ.α. Το 1342-1349 η Θεσσαλονίκη αναστατώνεται από τις έριδες και τα κινήματα Ζηλωτών και Ησυχαστών, που ξεκινούν ως θρησκευτικά και καταλήγουν κοινωνικά. Το 1423 ο Βυζαντινός διοικητής της Θεσσαλονίκης Ανδρόνικος Παλαιολόγος, διαπιστώνοντας πως δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή, παραδίδει την πόλη στους Βενετούς, από τους οποίους θα την πάρουν οι Τούρκοι στις 29 Μαρτίου 1430. στο τέλος του αιώνα φθάνουν στη Θεσσαλονίκη 20.000 Εβραίοι, διωγμένοι από την Ισπανία και άλλοι από άλλες χώρες, οι οποίοι ενισχύουν την εμπορική και οικονομική ζωή της πόλης. Και στην τουρκοκρατία η Θεσσαλονίκη παραμένει αξιόλογο εμπορικό κέντρο, με το οργανωμένο εμπόριο στα χέρια κυρίως Φράγκων και Εβραίων. Ελληνική εμπορική τάξη αρχίζει να αναπτύσσεται από τα μέσα του 18ου αι. Την ίδια εποχή κατεβαίνουν από την Πίνδο και τα Άγραφα και εγκαθίστανται στη Θεσσαλονίκη Μακεδονία, Ηπειρώτες και Θεσσαλοί. Πριν από το 1821 λειτουργούν στην πόλη ένα- δύο σχολεία και αρκετές εκκλησίες. Όταν εκδηλώνεται η επανάσταση στη Χαλκιδική το 1821, οι Τούρκοι εντείνουν την τρομοκρατία στην Θεσσαλονίκη. Στα χρόνια που ακολουθούν η πόλη εξευρωπαίζεται, ανοίγουν εκπαιδευτικά ιδρύματα, το 1850 ιδρύεται το Κεντρικό Παρθεναγωγείο και το 1875 το Ελληνικό Διδασκαλείο, ενώ παράλληλα αναπτύσσουν δραστηριότητα, εθνική και μορφωτική, ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος και η Φιλόπτωχος Αδελφότης. Από το 1904 αναπτύσσεται και εδώ ο μακεδονικός αγώνας. Το 1906 η Θεσσαλονίκη είναι έδρα του κινήματος των Νεοτούρκων και το 1909 εξορίζεται εδώ και περιορίζεται στην έπαυλη Αλλατίνη ο τελευταίος Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄. Ο ελληνικός στρατός μπήκε στη Θεσσαλονίκη στις 26 Οκτώβρη 1912. Το 1916 εγκαθίσταται στην πόλη η κυβέρνηση που σχημάτισε η Τριανδρία Βενιζέλου, Κουντουριώτη, Δαγκλή, και ο Γάλλος στρατηγός Σαράιγ μετατρέπει την πόλη σε περιχαρακωμένο στρατόπεδο και ορμητήριο των συμμαχικών δυνάμεων. Αρχαιολογικά: Ο σωζόμενος μνημειακός πλούτος (περισσότερα από 40 μνημεία παρακολουθεί η Αρχαιολογική Υπηρεσία), μακρά χρονική του διάρκεια (από την 1η προχριστιανική χιλιετία ως τον 20ο αι.) και η ποικιλία του (αρχαιοελληνικά, ελληνιστικά, ρωμαϊκά, πρωτοχριστιανικά, βυζαντινά, μεταβυζαντινά, ισλαμικά, εβραϊκά, νεότερα ελληνικά) κάνει πολλούς να θεωρούν την Θεσσαλονίκη ολόκληρη ένα μουσείο. Μερικά από τα μνημεία του παρελθόντος είναι: ροτόντα 300μ.Χ., καμάρα, θριαμβικό τόξο του Γαλέριου, 305μ.Χ., τα τείχη 4ουμ.Χ. αι. με πολλές μεταγενέστερες επισκευές, ο λευκός πύργος 15ου αι., στην νοτιανατολική γωνία του τείχους, χαρακτηριστικό της Θεσσαλονίκης, και οι εκκλησίες: Αγίου Δημητρίου 5ου αι. με πολλές μεταγενέστερες καταστροφές και επισκευές, Αχειροποίητος, μετά το 431, από τις αρχαιότερες σωζόμενες παλαιοχριστιανικές βασιλικές, Όσιος Δαβίδ, τέλους 6ου ή 5ου αι., Αγία Σοφία του 690-730, Παναγιά των Χαλκέων 1028, Άγιος Παντελεήμων 13ου αι., Αγία Αικατερίνη τέλους 13ου αι., Άγιοι Απόστολοι αρχών 14ου αι., Προφήτης Ηλίας 14ου αι., Ταξιαρχών 14ου αι., Μεταμορφώσεως του Σωτήρος 14ου αι., Άγιος Νικόλαος Ορφανός αρχών 14ου αι., καθολικό μονής Βλαττάδων 1320-1350. Στην Θεσσαλονίκη γεννήθηκαν: οι επιγραμματοποιοί Αντίπατρος και Φίλιππος τον 1ο π.Χ. οι ιεραπόστολοι των Σλαβικών λαών Μεθόδιος το 820 και Κύριλλος το 827, ο βυζαντινός πολιτικός, θεολόγος και συγγραφέας Δημήτριος Κυδώνης το 1324, ο κληρικός και λόγιος Θεόδωρος Γάζης το 1400, ο συγγραφέας θρησκευτικών αναγνωσμάτων, μητροπολίτης Δαμασκηνός Στουδίτης αρχές 16ου αι., ο φιλόσοφος, οπαδός του Κοραή, Γρηγόριος Ζαλίκης ή Ζαλίκογλους το 1777, ο εθνικός ευεργέτης Ιωάννης Παπάφης το 1792, ο αρχιτέκτων Λύσανδρος Καυταντζόγλου το 1811, ο φιλόλογος Πέτρος Παπαγεωργίου το 1859, ο Τούρκος πολιτικός και στρατιωτικός Κεμάλ Ατατούρκ το 1880, ο συνθέτης Αιμίλιος Ριάδης (Αιμίλιος Κούης ή Κου) το 1886 ή 1890, η ποιήτρια Ζωή Καρέλλη (Χρυσούλα Αργυριάδου) 22 Ιουλίου 1901, ο λογοτέχνης Στέλιος Ξεφλούδας το 1902, ο συγγραφέας, ζωγράφος, φαρμακοποιός Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης 17 Οκτώβρη 1908, ο δημοσιογράφος, εκδότης Ιωάννης Βελλίδης το 1909, ο ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης 17 Απρίλη 1916, ο δημοσιογράφος, εκδότης Πάνος Κόκκας 21 Οκτώβρη 1919, ο ζωγράφος Άλκης Πιερράκος 21 Νοέμβρη 1920, ο λογοτέχνης Κλείτος Κύρου 13 Αυγούστου 1921, ο ζωγράφος Νίκος Σαχίνης το 1924, ο ποιητής, γιατρός Μανόλης Αναγνωστάκης 9 Μαρτίου 1925, ο νομικός, πανεπιστημιακός καθηγητής Δημήτριος Ευρυγένης 10 Σεπτεμβρίου 1925, ο λογοτέχνης Γιώργος Ιωάννου το 1927, ο λογοτέχνης Κώστας Ταχτσής το 1927, ο φιλόλογος, πανεπιστημιακός καθηγητής Δημήτριος Μαρωνίτης το 1929, ο δικαστικός, πρόεδρος της Δημοκρατίας Χρήστος Σαρτζετάκης το 1929, η πιανίστα Βάσω Δεβετζή 9 Σεπτέμβρη 1929, ο ζωγράφος Νίκος Κεσανλής το 1930, ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος το 1931, η λαογράφος, πανεπιστημιακή καθηγήτρια Άλκη Κυριακίδη-Νέστορος το 1935, ο πιανίστας Γιάννης Βακαρέλης 30 Σεπτεμβρίου 1950. Στην Θεσσαλονίκη πέθαναν: ο λόγιος, μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος μεταξύ 1193-1198, ο θεολόγος, ηγέτης του κινήματος των ησυχαστών, μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γρηγόριος Παλαμάς το 1359, ο ηθοποιός Βασίλειος Ανδρονόπουλος το 1897, ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ στις 5 Μαρτίου 1913, ο ιστοριοδίφης, γεωγράφος Βασίλειος Μυστακίδης το 1933, ο φιλόλογος, κριτικός της λογοτεχνίας Πέτρος Σπανδωνίδης το 1964, ο ποιητής, συγγραφέας Γεώργιος Θέμελης το 1976, ο δημοσιογράφος, εκδότης Ιωάννης Βελλίδης το 1978, ο λογοτέχνης Γεώργιος Δέλιος το 1980, ο ζωγράφος Πολύκλειτος Ρέγκος το 1984, ο συγγραφέας, ζωγράφος, φαρμακοποιός Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης 12 Ιανουαρίου 1993, ο ποιητής Γεώργιος Βαφόπουλος στις 16 Σεπτέμβρη 1996. Γεωγραφικά: Η πόλη της Θεσσαλονίκης είναι κτισμένη στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου σε σχήμα αμφιθεατρικό, το έδαφος της είναι ορεινό με την θάλασσα από τις νότιες περιοχές και το όρος Χορτιάτης από τα Ανατολικά- Βορειοανατολικά, τα πιο υ Η πόλη είναι επίσης πολύ κοντά στο δέλτα του Αξιού ποταμού και όχι μόνο, όπως τον ποταμό Λουδία και Γαλλικό. Τα κλίμα της πόλης είναι σε γενικές γραμμές μεσογειακό λόγω του ότι η θάλασσα επιδράει ευεργετικά στο κλίμα της πόλης. Χαρακτηριστικό του κλίματος της Θεσσαλονίκης είναι ο ψυχρός και ξηρός άνεμος κατά τους χειμερινούς μήνες που πνέει από την κοιλάδα του Βαρδάρη (Αξιός) στα Σκόπια και κατεβάζει την θερμοκρασία στην πόλη απότομα και χαμηλά. Οι βροχοπτώσεις κυμαίνονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα 480χλς. Οι ετήσια διακύμανση είναι μεταξύ -14-42C με μέσο όρο στους 16C περίπου.
Κουφάλια, τα Κωμόπολη του νομού επαρχίας Θεσσαλονίκης, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 5.377, 1951 5.981, 1961 6.479, 1971 6.721, 1981 7.269, 1991 7.558, 2001 8.102, υψόμετρο 35μ. Στο βορειοδυτικό τμήμα του νομού κοντά στα όρια με τον νομό Πέλλας, 39χλμ Βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης, μόλις 6χλμ δυτικά του ποταμού Αξιού.
Νέα Μηχανιώνα, η Κωμόπολη του νομού και επαρχίας Θεσσαλονίκης έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 2.283, 1951 2.662, 1961 3.059, 1971 3.213, 1981 4.020, 1991 5.884, 2001 7.303, υψόμετρο 30μ. Στο νότιο τμήμα του νομού, στην ανατολική ακτή του Θερμαϊκού κόλπου, 32χλμ νοτιοδυτικά της Θεσσαλονίκης.
Ωραιόκαστρο, το (προ του 1928 Δαούτ Μπαλή) Κωμόπολη του νομού και επαρχίας Θεσσαλονίκης, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 726, 1951 797, 1961 896, 1971 1.965, 1981 2.661, 1991 5.458, 2001 11.896, υψόμετρο 200μ. Βρίσκετε στο κεντρικό τμήμα του νομού, 11χλμ βόρεια της Θεσσαλονίκης.
Νομός Χαλκιδικής Πολύγυρος, ο Κωμόπολη της Μακεδονίας, πρωτεύουσα του νομού και της επαρχίας Χαλκιδικής, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 3.313, 1951 3.381, 1961 3.542, 1971 3.707, 1981 4.075, 1991 4.501, 2001 5.040, υψόμετρο 530μ. Στο κέντρο σχεδόν του νομού, στις Δυτικές κλιτής της κορυφής Σταυρού Τούμπα, του Χολομώντα, 583χλμ από την Αθήνα . είναι το διοικητικό κέντρο του νομού. Ιστορικά: Την Άνοιξη του 1821 είναι επαναστατική εστία. Στις 17 Μάη 1821 οι κάτοικοι εξεγείρονται, καταλαμβάνουν το διοικητήριο, εξουδετερώνουν τον διοικητή και την φρουρά και αποκρούουν τα τουρκικά τμήματα, που υποχωρούν. Στις 21 Ιούνη 1821 οι Τούρκοι έκαψαν τον οικισμό. Τον Απρίλη 1854 τον κατέλαβαν και τον κράτησαν για μικρό χρονικό διάστημα οι Έλληνες. Στις 21 Απρίλη 1854 οι Τούρκοι θανατώνουν 27 από τους 30 προκρίτους του, που είχαν βγει να υποδεχτούν τους Έλληνες. Στον Πολύγυρο γεννήθηκαν: ο ζωγράφος Γεώργιος Παραλής το 1901, ο γεωπόνος, πανεπιστημιακός καθηγητής Σάββας Γαβριηλίδης στις 16 Μαΐου 1928. Γεωγραφικά: Ο Πολύγυρος είναι κτισμένος Δυτικά της κορυφής του όρους Χολομώντας σε υψόμετρο 530μ στο εσωτερικό του εδάφους της Χαλκιδικής, το κλίμα του είναι μεσογειακό εκτός του χειμώνα που μετατρέπετε σε ηπειρωτικό λόγο του υψομέτρου του, που μειώνει την Θερμοκρασία, το χιόνι είναι συνηθισμένο φαινόμενο ενώ οι βροχές είναι πολλές.
Νέα Μουδανιά, τα Κωμόπολη του νομού και επαρχίας Χαλκιδικής, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 2.296, 1951 2.600, 1961 2.600, 1971 3.146, 1981 4.142, 1991 4.403, 2001 6.475, υψόμετρο 20μ. Βρίσκετε στο νοτιοδυτικό άκρο του νομού, στην ανατολική ακτή του Θερμαϊκού κόλπου, στην αρχή της χερσονήσου της Κασσάνδρας, 29χλμ νοτιοδυτικά του Πολύγυρου.
Νομός Πέλλης Έδεσσα, η Πόλη της Κεντρικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα του νομού Πέλλας και της επαρχίας Εδέσσης, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 12.377, 1951 14.940, 1961 15.534, 1971 13.967, 1981 16.054, 1991 17.128, 2001 18.253, υψόμετρο 320μ. Στο νότιο τμήμα του νομού, στην είσοδο της μακράς κοιλάδας, που σχηματίζετε μεταξύ των νότιων απολήξεων του όρους Βόρας και των Βόρειων του όρους Βέρμιο, αποτελούσε από την αρχαιότητα την μόνη ή την κύρια διάβαση επικοινωνίας μεταξύ Ηπείρου, Δυτικής Μακεδονίας με την πεδιάδα της Κεντρικής Μακεδονίας. Πόλη γραφική, κτισμένη πάνω από την εύφορη εκτεταμένη πεδιάδα της, την διαρρέει ο ποταμός Εδεσσαίος, που σχηματίζει τους γνωστούς καταρράκτες της. Απέχει 569χλμ από την Αθήνα 92χλμ από την Θεσσαλονίκη, σιδηροδρομικός σταθμός 112χλμ από την Θεσσαλονίκη και είναι διοικητικό και οικονομικό κέντρο του νομού, αλλά και σημαντικό κέντρο παραγωγής και εμπορίας φρούτων.
ιστορικά: Πολλοί ταυτίζουν την Έδεσσα με την
πρωτεύουσα του Μακεδονικού βασιλείου, Αιγαί, στην οποία μάλιστα και όσα
αρχαία αποκαλύφθηκαν χαμηλότερα από τους καταρράκτες, στη θέση Λόγγος:
τείχος των κλασικών χρόνων, ερείπια και θεμέλια οικιών, θραύσματα αγγείων
ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, νομίσματα Φιλίππου και Αλέξανδρου,
επιγραφές με τα ονόματα Αδριανός και Έδεσσα, παλαιοχριστιανική βασιλική κα.
Άλλοι δεν δέχονται την άποψη αυτή και υποστηρίζουν ότι η πόλη Αιγαί δεν
βρισκόταν εκεί αλλά αλλού. Οι πληροφορίες για την Έδεσσα δεν είναι πολλές,
της προσέδιδε πάντοτε όμως ιδιαίτερη σημασία, συγκοινωνιακή και στρατιωτική,
η θέση της στην είσοδο της διαβάσεως, που ένωνε τα παραθαλάσσια με την
ορεινή δυτική Μακεδονία και Ήπειρο. Το 168 π.Χ. την κατέλαβαν και αυτήν οι
Ρωμαίοι και στα Βυζαντινά χρόνια οι βαρβαρικές επιδρομές εναλλάσσονταν με
τις περιόδους ακμής: επί Αρκαδίου Στην Έδεσσα γεννήθηκε: ο οπλαρχηγός του 1821 Αγγελής Γάτσος περί του 1765, ίσως ο ελληνιστής παλαιογράφος Μηνάς Μινωίδης το 1790. Γεωγραφικά: Η Έδεσσα κτισμένη στο άκρο του τέλους (του ανοικτού κομματιού) του λεκανοπεδίου της Δυτικής Μακεδονίας στο τέρμα των στενών μεταξύ των ορέων του Βόρα από τα βόρεια και του Βερμίου από τα νότια, το έδαφος της είναι λοφώδες παρά το ότι βρίσκετε στο χείλος του γκρεμού. Το μέσο υψόμετρο της είναι τα 320μ όμως προς τα νότια το έδαφος αλλάζει απότομα με έναν μεγάλο γκρεμό που κατεβάζει το υψόμετρο απότομα στα 70μ, από τα βόρεια υψώνονται τα στενά του Άγρα στα 500μ που συνεχίζουν να υψώνονται προς το εσωτερικό της Δυτικής Μακεδονίας. Το κλίμα της Έδεσσας διαφέρει από το κλίμα το υπόλοιπων πόλεων της Κεντρικής Μακεδονίας, λόγο της θέσης της και του υψομέτρου της οι Θερμοκρασίες φέρουν προς την ηπειροτηκότητα. Οι χειμώνες είναι ψυχροί με ελάχιστες που αγγίζουν τους -14C ενό τα καλοκαίρια θερμά στους 43C. Οι βροχοπτώσεις είναι αρκετές λόγω του ότι τα στενά του Άγρα εγκλωβίζουν τους υδρατμούς με αποτέλεσμα οι ετήσιες τιμές να φτάνουν τα 850χλς, επίσης λόγο των υψηλών τιμών της υγρασίας είναι συνηθισμένο το φαινόμενο της ομίχλης στην πόλη.
Γιαννιτσά, τα (προ του 1928 Γενιτσά) Πόλη της Κεντρικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας και έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 12.967, 1951 16.670, 1961 19.693, 1971 18.151, 1981 21.082, 1991 22.504, 2001 26.296, υψόμετρο 40μ. Στο Νοτιοανατολικό άκρο του νομού, στο βόριο άκρο της ιδιαιτέρως εύφορες περιοχές, που κάλυπτε η αποξηραμένη φερώνυμη λίμνη, 41χλμ Ανατολικά της Έδεσσας. Είναι το εμπορικό, αγροτικό και οικονομικό κέντρο της επαρχίας.
Ιστορικά: Η περιοχή των Γιαννιτσών κατοικείται από την νεολιθική εποχή (7η χιλιετία). Τα Γιαννιτσά υπήρχαν ως μικρός οικισμός από τα ύστερα βυζαντινά χρόνια με το όνομα Βαρδάρι. Οι Τούρκοι τα κατέλαβαν μετά την Θεσσαλονίκη (1358/6), με τον μεγάλο στρατηλάτη τους Εβρενός, στον οποίο και παραχωρήθηκε η περιοχή των Γιαννιτσών, γι’ αυτό η ιστορία της κατά την τουρκοκρατία είναι συνυφασμένη με την ιστορία της οικογένειας Εβρενός. Τον 16ο αι. τα Γιαννιτσά είναι ιερό κέντρο των Γιουρούκων νομάδων, που είχαν ακολουθήσει τον Εβρενός. Οι Τούρκοι προτιμούν ως έδρα της διοικήσεως τους τα Γιαννιτσά (Γενιτζέ Βαρδάρ), ίσως επειδή είχαν μεγαλύτερη αναλογία μωαμεθανικού πληθυσμού από την Έδεσσα, γι’ αυτό και ευημερούν και είναι πάντα μεγαλύτερα από την Έδεσσα σε πληθυσμό (περίπου 1500σπίτια και 750 εργαστήρια τα Γιαννιτσά, περίπου 1000σπίτια και 300 εργαστήρια η Έδεσσα). Τον 17ο αι. αναφέρεται η πρώτη ελληνική σχολή. Το 1903-1908 η περιοχή των Γιαννιτσών είναι κέντρο του Μακεδονικού αγώνα. Στις 18-20 Οκτώβρη 1912 ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, που προελαύνουν προς την Θεσσαλονίκη, συγκρούονται εδώ με τουρκικές, που προσπαθούν να τις ανακόψουν, αλλά δεν το καταφέρνουν και υποχωρούν. Η μάχη αυτή και η νίκη του ελληνικού στρατού στα Γιαννιτσά ήταν η δεύτερη σε σημασία, μετά τη μάχη και την νίκη του Σαρανταπόρου, και άνοιξε τον δρόμο για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης και της Κεντρικής Μακεδονίας. Γεωγραφικά: Τα Γιαννιτσά βρίσκονται σε υψόμετρο 40μ νότια των τελευταίων απολήξεων του όρους Πάϊκο σχεδόν στο μέσο της ομώνυμης ή Κεντρικής Μακεδονίας ή Θεσσαλονίκης πεδιάδα, χαρακτηριστικό στην περιοχή είναι η εκτεταμένη έκταση νότια-νοτιοανατολικά της πόλης που καλυπτόταν από την ομώνυμη λίμνη τα νερά της οποίας αποξηράνθηκαν το 1937. Το κλίμα της πόλης είναι κατά κύριο λόγο μεσογειακό με εξαίρεση τους χειμερινούς μήνες όπου η θερμοκρασία πέφτει λόγο των καταβατικών ανέμων από το όρος Πάικο καθώς και το ψυχρών αέριων μαζών που κατεβαίνουν από την κοιλάδα του Αξιού και κλείνονται στην πεδιάδα των Γιαννιτσών.
Αριδαία, η ( προ του 1951 Αρδέα προ του 1928 Σούμποσκο) Κωμόπολη του νομού Πέλλας και πρωτεύουσα της επαρχίας Αλμωπίας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 2.644, 1951 3.036, 1961 3.222, 1971 3.555, 1981 4.205, 1991 4.455, 2001 5.600, υψόμετρο 128μ. Στο βόρειο τμήμα του νομού, στο μέσο μιας εύφορης αρδευόμενης πεδιάδας, 27χλμ Βόρεια της Έδεσσας. Γεωγραφικά: Η Αριδαία είναι κτισμένη σε ένα κλειστό λεκανοπέδιο μεταξύ των ορέων του Βόρα Δυτικά, Βόρεια και Νότια και του Πάικου Ανατολικά και νότια. Τα εδάφη της περιοχής είναι προσχωσιγενή και καλά αρδευόμενα, πολύ εύφορα με ιδιαίτερα γνωστό προϊών το κόκκινο πιπέρι, το κλίμα είναι ηπειρωτικό με θερμά καλοκαίρια και κρύους χειμώνες.
Κρύα Βρύση, η (προ του 1928 Πλάσνα) Κωμόπολη του νομού Πέλλας, επαρχία Γιαννιτσών, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 2.914, 1951 4.261, 1961 5.225, 1971 5.268, 1981 5.521, 1991 5.767, 2001 6.535, υψόμετρο 15μ. Στο νότιο άκρο του νομού κοντά στα όρια με τον νομό Ημαθίας, 39χλμ νοτιοανατολικά της Έδεσσας. Ο πληθυσμός ασχολείται με την γεωργία.
Σκύδρα, η (προ του 1928 Βερτεκόπ) Κωμόπολη του νομού Πέλλας και επαρχίας Έδεσσας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 1.654, 1951 2.020, 1961 3.172, 1971 3.970, 1981 4.319, 1991 4.562, 2001 5.081, υψόμετρο 40μ. Στο νότιο τμήμα του νομού κοντά στα όρια με τον νομό Ημαθίας, 14χλμ από την Έδεσσα, σιδηροδρομικός σταθμός 97χλμ από την Θεσσαλονίκη. Κέντρο παραγωγής και εμπορίας φρούτων, το μεγαλύτερο της χώρας με μεγάλο αριθμό εξαγωγών. Κοντά αρχαιολογικά ευρήματα.
Νομός Ημαθίας Βέροια, η (κατά την τουρκοκρατία Καραφέρια) Πόλη της Κεντρικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα του νομού και επαρχίας Ημαθίας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 16.413, 1951 21.844, 1961 25.765, 1971 29.528, 1981 37.087, 1991 37.858, 2001 42.794 υψόμετρο 130μ. στο μέσο σχεδόν του νομού, στις ανατολικές απολήξεις του Βερμίου, στο νοτιοανατολικό άκρο της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης, 519χλμ από την Αθήνα, 76χλμ από την Θεσσαλονίκη, σιδηροδρομικός σταθμός 69χλμ από την Θεσσαλονίκη. Είναι το διοικητικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νομού, κέντρο εμπορίας φρούτων και κηπευτικών και έδρα ανάλογων βιομηχανιών-βιοτεχνιών. Την διαρρέει ο Τριπόταμος. Ιστορικά: Παρουσία ανθρώπου στη Βέροια και στην περιοχή διαπιστώνεται από το 1000π.Χ.. Πότε ιδρύθηκε δεν είναι γνωστό και ειδήσεις για την αρχαία ιστορία της δεν υπάρχουν. Αναφέρονται ως πρώτοι κάτοικοι οι Βρύγες, που τους εξετόπισαν οι Μακεδόνες όταν έφτασαν και έμειναν εδώ. Πρώτη μνεία της Βέροιας υπάρχει στο Θουκυδίδη, αλλά την ανάγνωση αυτού του αποσπάσματος δεν τη δέχονται όλοι. Το 287π.Χ. την πήρε για λίγους μήνες ο Πύρρος, επωφελούμενος μιας απουσίας του Δημήτριου του πολιορκητή, οποίος όμως επέστρεψε σύντομα και την ξανά πήρε. Στα χρόνια των διαδόχων πάντως, όπως και στην ρωμαιοκρατία, η Βέροια ακμάζει. Η θέση της άλλωστε, σε μια από τις υποχρεωτικές διαβάσεις από την ορεινή Δυτική Μακεδονία προς την πεδιάδα, τα στενά του Τριπόταμου, συνέτεινε πάντοτε στην ανάπτυξη της. Οι Ρωμαίοι την κατέλαβαν κι αυτήν το 168π.Χ. Το 50-51μ.Χ. την επισκέπτεται ο απόστολος Παύλος. Στα βυζαντινά χρόνια είναι μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Μακεδονίας, με ακμαίο εμπόριο. Το 989 την καταλαμβάνουν οι Βούλγαροι του Σαμουήλ και την κρατούν 12 χρόνια, το 1185 την παίρνουν οι Νορμανδοί, το 1204 οι Φράγκοι, το 1222 ξανά γίνεται Βυζαντινή επαρχία, το 1342 και το 1347-1350 την παίρνουν οι Σέρβοι του Στέφανου Δρούσαν, την ξανά παίρνουν οι Βυζαντινοί, το 1308 ηττώνται έξω από την Βέροια, στην περιοχή του Βερμίου, παρατηρείτε έντονη μοναστική ζωή. Τον 14ο αι. η Βέροια, μαζί με την Καστοριά, είναι τα σπουδαιότερα ζωγραφικά κέντρα μετά την Θεσσαλονίκη. Οι Τούρκοι την καταλαμβάνουν οριστικά το 1436, την ονομάζουν Καραφέρια και την κάνουν σημαντικό στρατιωτικό κέντρο τους. Το 1537 είναι ένα από τα πέντε αρματολίκια, στα οποία χώρισε τη εντεύθεν του ποταμού Αξιού Μακεδονίας ο Σουλεϊμάν Ά. Στα μέσα του 18ου αι. έχει εργαστήρια βαφής του βαμβακιού και η βιοτεχνία κατασκευάζει νήματα και υφαντά. Το 1798 εισβάλλει στην περιοχή ο στρατός του Αλί Πασά. Το καλοκαίρι του 1808 την πολιερκούν κλέφτες. Τον Ιούνιο του 1821 είναι σημαντικό στρατιωτικό κέντρο των Τούρκων.
Στην περιοχή της καταφεύγουν οι Λαλαίοι της Πελοποννήσου, όταν εκμηδενίστηκε η εστία τους στο Λάλα. Στις 21 Φεβρουαρίου του 1822 οι οπλαρχηγοί Καρατάσος της Βέροιας και Αγγελής Γάτσος της Έδεσσας επιτίθενται με 1800 ενόπλους κατά της Τουρκικής φρουράς της Βέροιας, χωρίς αποτέλεσμα. Στης 12 Μαρτίου 1822 στην Παναγία Δοβρά, Βασιλικής της Βέροιας, οι οπλαρχηγοί της Νάουσας Καρατάσος και Ζαφιράκης αποκρούουν Τουρκική επίθεση. Με την καταστροφή της Νάουσας (13 Απρίλη 1822) σταματάει και εδώ κάθε κίνηση και ο Καρατάσος πάει στο Μεσολόγγι να συνεχίσει τον αγώνα. Το 1907 με 1908 δρα στην πόλη και στην περιοχή της ο μακεδονομάχος Βασίλειος Σταυρόπουλος (Καπετάν Κόρακας). Ο Ελληνικός στρατός μπήκε στην Βέροια στης 16 Οκτωβρίου 1912 Από την αρχαιότητα, σώζονται στην Βέροια τμήματα τειχών της Ελληνιστικής περιόδου, λείψανα Ρωμαϊκών δρόμων μέσα από τα τείχη και λαξευτοί τάφοι έξω.
Πολλά και σημαντικά όμως είναι τα Βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία: περίπου 50 εκκλησίες: η εκκλησία του Χριστού με τοιχογραφίες του 1315, έργο του Γεωργίου Καλλιέργη από την Θεσσαλονίκη: ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, με τοιχογραφίες του περίπου 1200 ο Άγιος Βλάσης με τοιχογραφίες του 13ου-14ου αι. και μεταβυζαντινές, η Παλαιά Μητρόπολη, κτίσμα 11ου-12ου αι., με τοιχογραφίες 12αι , Άγίου Κήρυκος Ιουλίττη, Βυζαντινό κτίσμα, με τοιχογραφίες 16ου αι., ο Άγιος Νικόλαος, κτίσμα 16ου αι. με τοιχογραφίες της ίδιας εποχής, Άγιοι Ανάργυροι, ο παλαιός Ναός, δήγμα αρχιτεκτονικής της Τουρκοκρατίας, με τοιχογραφίες 16ου αι. κ.ά. Κύριο στοιχείο της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και της φυσιογνωμίας της Βέροιας ήταν τα αρχοντικά της, όπως του Σιορ, Μανωλάκη, του Βικέλα, του Ρακτιβάν κ.ά. αλλά και τα λαϊκά σπίτια, που της έδιναν ένα σαφές ύφος, τα οποία όμως εξαφανίζει η σύγχρονη οικοδομή. Στη Βέροια γεννήθηκαν: ο ελληνιστής, φιλόσοφος, θεολόγος, ιδρυτής του Κωττουνιανού Κολεγίου ή ελληνομουσίου, στην Πάντοβα, Ιωάννης Κοτούνιος το 1572, ο φιλόσοφος, Θεολόγος Κωνσταντίνος Καλλοκρατάς το 1589, ο Πατριάρχης Δεφτυκός, ιδρυτής του πρώτου σχολείου της Βέροιας Καλλίνικος Μάνιος ή Μανιός. Από την Βέροια κατάγονται οι οικογένειες του πεζογράφου Δημητρίου Βικέλα και του νομομαθούς Κωνσταντίνου Ρακτιβάν. Γεωγραφικά: Η πόλη της Βέροιας κτισμένη σε έναν από τους λίγους διαδρόμους που έχει το όρος Βέρμιο προς την Δυτική Μακεδονία και σε υψόμετρο 130μ στις Νοτιοανατολικές πλαγιές του Βερμίου, στο σημείο που τελειώνει η πεδιάδα της Θεσσαλονίκης. Το κλίμα της είναι κατά κόρον μεσογειακό με πολλά χαρακτηριστικά του κλίματος της Βόρειας Ελλάδας, ο χειμώνας είναι σχετικά βαρύς αφού το βουνό κατεβάζει πολύ κρύους ανέμους με αποτέλεσμα να σημειώνονται χαμηλές τιμές θερμοκρασίας, τα καλοκαίρια θερμά και ξηρά, οι βροχοπτώσεις αρκετές ετησίως εξού και η πυκνή βλάστηση στην όλη περιοχή.
Νάουσα, η (παλαιά και Νάουστα, Νιάουστα, Νιάουσα) Πόλη του νομού Ημαθίας, πρωτεύουσα της επαρχίας Νάουσας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 12.556, 1951 12.584, 1961 15.492, 1971 17.375, 1981 19.383, 1991 19,794, 2001 19.870, υψόμετρο 360μ. στο βορειοδυτικό του νομού, στης βόρειο-βορειοανατολικές πλαγιές του όρους Βερμίου, στο δυτικό άκρο της Μακεδονικής πεδιάδας, 21χλμ βορειοδυτικά της Βέροιας, σιδηροδρομικός σταθμός 80χλμ από την Θεσσαλονίκη. Δεύτερη σε πληθυσμό πόλη από τις τρεις του νομού, παλαιό κλωστοϋφαντουργικό κέντρο (το 1926 είχε 10 εργοστάσια <<νηματουργίας, εριουργίας και σχοινοποιίας >> με 2000 εργάτες) αλλά και με άλλα εργοστάσια, στην λειτουργία των οποίων συνέβαλλαν και οι καταρράκτες του ποταμού Αραπίτσα, που διαρρέει την πόλη. Η Νάουσα είναι επίσης σημαντικό κέντρο καλλιέργειας και εμπορίας φρούτων. Από τους προ του 1822 ναούς της Νάουσας ανακαινίστηκαν και σώζονται η Μεταμόρφωση του Σωτήρους (1833) και ο Άγιος Γεώργιος (1843). Ιστορικά: Μια άποψη θεωρεί τη Νάουσα διάδοχο της αρχαίας Μίεζας. Η χρονολογία ιδρύσεως της Νάουσας είναι άγνωστη, σύμφωνα όμως με μια παράδοση, ενισχυμένη και από έμμεσες ιστορικές μαρτυρίες, φαίνετε πώς δημιουργήθηκε μετά το 1385, όταν ο Τούρκος κατακτητής της Μακεδονίας Εβρένος συνοίκισε εδώ τους Χριστιανούς, που μετά την Τουρκική κατάκτηση της περιοχής (1385/6) είχαν καταφύγει και ζούσαν στα δάση και στα σπήλαια του Βερμίου, στο οροπέδιο Παλαιονιάουστα. Τα προνόμια, που της παραχώρησε αργότερα, την οδήγησαν σε αξιόλογη οικονομική ανάπτυξη, με βιοτεχνίες λεπτουργίας, οπλοποιίας, βαφικής, υφαντουργίας, και την ανέδειξαν σε σημαντικό οικονομικό κέντρο της Κεντρικής Μακεδονίας, με εξαγωγές των προϊόντων της, ιδίως των ονομαστών κρασιών της, στην Αυστρία και την Ουγγαρία. Παράλληλα προς την οικονομική άνθηση αναπτύσσεται αξιόλογη εκπαιδευτική και πολιτική δραστηριότητα, ιδίως τον 18ο αι. Το 1705 αναφέρεται στη Νάουσα η τελευταία, γνωστή, τουρκική απόπειρα ομαδικής στρατολογίας χριστιανοπαίδων για το σώμα των γενιτσάρων, στην οποία ο πληθυσμός αντέδρασε με ένοπλη εξέγερση υπό την αρχηγία του αρματολού Ζήση Καραδήμου. Το 1795 και το 1798 προσπαθεί ο Αλί Πασάς να ενσωματώσει στις κτήσεις του την πόλη και την περιοχή, το κατορθώνει το 1804, και την κρατεί ως το 1812, που τον απομακρύνει ο Σουλτάνος. Στις αρχές του 1822 η Νάουσα είναι κέντρο επαναστατικής εξεγέρσεως, με πρωτοστάτες τον πρόκριτο Λογοθέτη Ζαφειράκη και τους οπλαρχηγούς Αναστάσιο Καρατάσο και Άγγελο Γάτσο. Στις 19 Φεβρουαρίου 1822, Κυριακή της Ορθοδοξίας, στο μητροπολιτικό ναό Αγίου Δημητρίου, ο Λογοθέτης Ζαφειράκης, ο πρωτοσύγκελος Γρηγόριος και ο Νικόλαος Κανούσης υψώνουν τη σημαία της επαναστάσεως. Σε λίγο Ναουσαίοι αιχμαλωτίζουν τη τουρκική φρουρά, σκοτώνουν τον Τούρκο βοεδόβα και μερικούς Τούρκους μικρέμπορους. Στις 13 Μάρτη 1822 οι επαναστάτες, αφού απέτυχαν να καταλάβουν τη Βέροια, οχυρώνονται και αμύνονται στη μονή Δόβρα, κατόπιν συμπτύσσονται και οχυρώνονται μέσα στη Νάουσα. Στις 6 Απρίλη 1822 ισχυρή τουρκική δύναμη (κατά μια μαρτυρία 20000 άνδρες, τακτικοί και άτακτοι), στρατοπεδεύει κοντά στη Νάουσα, στη θέση Ροδιά, ζητεί από τους επαναστάτες να παραδοθούν, αυτοί αρνούνται και οι Τούρκοι επιτίθενται. Τη νύχτα 12-13 Απρίλη 1822 οι Τούρκοι εισδύουν στην πόλη από την πύλη του Αγίου Γεωργίου, οι κάτοικοι προβάλουν αντίσταση, οι Τούρκοι τελικά επικρατούν, εκδικούνται σκληρά τους επαναστάτες, λεηλατούν, καίνε, εξανδραποδίζουν και ακολασταίνουν και ακολασταίνουν επί μέρες, νέες γυναίκες πέφτουν από τον καταρράχτη Αραπίτσα για να αποφύγουν την ατίμωση επαναλαμβάνοντας το επεισόδιο του Ζαλόγγου, γυναικόπαιδα πουλιούνται ανθρωποπάζαρα της Ανατολής, της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης, η πόλη καταστρέφετε ολόκληρη, οι νεκροί και οι αιχμάλωτοι υπολογίζονται μεταξύ 2000 και 5000. Με τις ίδιες διαθέσεις οι Τούρκοι στρέφονται και εναντίον της περιοχής: υπολογίζετε ότι 50 χωριά καταστράφηκαν, τα περισσότερα από τα οποία δεν ξανακατοικήθηκαν ποτέ, ανάλογη τύχη είχαν και τα μοναστήρια. Μετά την συντριβή της Νάουσας η επανάσταση στην Μακεδονία ουσιαστικά έσβησε και οι οπλαρχηγοί έφυγαν, μερικοί στον Όλυμπο και οι περισσότερη στη Νότια Ελλάδα, όπου συνέχισαν τον αγώνα ως το τέλος. Ο ελληνικός στρατός μπήκε στη Νάουσα στις 17 Οκτώβρη του 1912. Στη Νάουσα γεννήθηκαν: ο θεολόγος, φιλόσοφος Αναστάσιος Μιχαήλ τέλη 17ου αι., ο φιλικός, αγωνιστής του’21 Ζαφειράκης Θεοδοσίου το 1773, ο φιλόλογος, ιστορικός Γεώργιος Κωνσταντινίδης το 1853, ο αγιογράφος Χριστόδουλος Ματθαίου τέλος 19ου αι. Γεωγραφικά: Η πόλη είναι κτισμένη στις βορειοανατολικές κλιτής του ορεινού όγκου του Βερμίου και σε υψόμετρο 360μ, μέσα σε ένα πανέμορφο φυσικό περιβάλλον με έντονο το στοιχείο του νερού όπως και η γειτονική Έδεσσα. Το κλίμα της είναι μεσογειακό με εξαίρεση τους χειμερινούς μήνες που κλίνει περισσότερο σε ηπειρωτικό λόγο του ότι οι κοντινές κοιλάδες του Βερμίου κατεβάζουν κρύους ανέμους, το χιόνι είναι συνηθισμένο φαινόμενο, οι βροχές σε σχέση με τις υπόλοιπες πόλεις είναι περισσότερες.
Αλεξάνδρεια, η (προ του 1953 Γίδας) Πόλη του νομού και επαρχίας Ημαθίας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 1.752, 1951 3.083, 1961 6.168, 1971 8.199, 1981 10.543, 1991 12.109, 2001 13.229, υψόμετρο 10μ. Στο βορειοανατολικό τμήμα του νομού στην εύφορη πεδιάδα μεταξύ της αποξηραμένης λίμνης των Γιαννιτσών και του ποταμού Αλιάκμονα, 26χλμ Βορειοανατολικά της Βέροιας, σιδηροδρομικός σταθμός 45χλμ από την Θεσσαλονίκη. Είναι η Τρίτη σε πληθυσμό πόλη του νομού, μετά την Βέροια και την Νάουσα, και συγκοινωνιακός κόμβος. Ιστορικά: Άγνωστο το πότε ακριβώς κτίστηκε, πάντως μετά το 1710. Κέντρο κατά τον Μακεδονικό αγώνα. Από την Αλεξάνδρεια κατάγετε ο Μακεδονομάχος Θεοχάρης Κούγκας. Η ενδυμασία του Γιδά είναι χαρακτηριστικός τύπος γυναικείας μακεδονικής ενδυμασίας. Γεωγραφικά: Η Αλεξάνδρεια είναι κτισμένη σχεδόν στο μέσο της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης και σε απόσταση περίπου 25χλμ από την ακτή έχει υψόμετρο 10μ, το κλίμα της πόλης είναι εύκρατο μεσογειακό χωρίς πολλές βροχές.
Νομός Πιερίας Κατερίνη, η Πόλη της Κεντρικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα του νομού και επαρχίας Πιερίας, έδρα του δήμου και του Πολεοδομικού Συγκροτήματος Κατερίνης. Κάτοικοι 1940 18.938, 1951 26.503, 1961 30.095, 1971 30.512, 1981 39.895, 1991 47.011, 2001 50.510, υψόμετρο 35μ. Στο μέσο σχεδόν του νομού και της εύφορης πεδιάδας, που απλώνεται από τις υπώρειες του Ολύμπου και των Πιερίων ως τη θάλασσα, 8χλμ από την ακτή του Θερμαϊκού κόλπου, στην εθνική οδό Λάρισας-Θεσσαλονίκης, 444χλμ από την Αθήνα, 77χλμ από τη Θεσσαλονίκη, σιδηροδρομικός σταθμός 435χλμ από τον Πειραιά. Επίνειο ο οικισμός Παραλία. Είναι το διοικητικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νομού. Ιστορικά: Αναφέρετε ως άσημος οικισμός από τον 14ο αι., αλλά δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για την ιστορία της. Μια παράδοση κάνει λόγο για πρόσφυγες από το όρος Σινά, που εγκαταστάθηκαν εδώ και έκτισαν την εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, από την οποία προήλθε η ονομασία Κατερίνη και Αικατερίνη. Στις αρχές του 19ου αι. περιέρχεται, μαζί με όλη την περιοχή, στον Αλί πασά. Έχει τότε 140 σπίτια, κυρίως ελληνικά. Στα τέλη του 19ου αι.- αρχές 20ου έχει 3700 κατοίκους, από τους οποίους 2.500 Έλληνες, και έχει μεταφερθεί εδώ η έδρα της επισκοπής Κίτρους. Γύρω στο 1877 λειτουργούν δύο ελληνικά σχολεία. Στις αρχές του 20ου αι. συγκροτούνται εκπαιδευτικοί και φιλόμουσοι σύλλογοι, οι οποίοι το 1905 κτίζουν ιδιόκτητο σχολείο. Ελευθερώθηκε στις 16 Οκτώβρη 1912. Γεωγραφικά: Η Κατερίνη κτισμένη στην περιοχή όπου ενώνονται οι Ανατολικές πλαγιές των Πιέριων και του Ολύμπου σε υψόμετρο 35μ και μόλις 6χλμ από τις ακτές του Θερμαϊκού κόλπου. Το κλίμα είναι κλασικά μεσογειακό με κύριο χαρακτηριστικό τα υψηλά επίπεδα βροχόπτωσης.
Λιτόχωρο, το. Κωμόπολη του νομού και επαρχίας Πιερίας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 4.836, 1951 5.987, 1961 5.032, 1971 5.561, 1981 6.109, 1991 6.656, 2001 6.697, υψόμετρο 300μ. Βρίσκετε στο νότιο τμήμα του νομού, στις ανατολικές απολήξεις του Ολύμπου, κάτω από την υψηλότερη κορυφή του, περίπου 5χλμ από την ακτή, 23χλμ νότια της Κατερίνης, σιδηροδρομικός σταθμός 422χλμ από τον Πειραιά. Το διαρρέει ο ποταμός Ενιπέας. Ορειβατικό κέντρο για την ανάβαση στον Όλυμπο. Ιστορικά: Τη νύχτα 15-16 Φεβρουάρη 1878 αποβιβάζετε στην ακτή του Λιτόχωρου, στην Πλάκα, σώμα 500 εθελοντών υπό τον Κοσμά Δουμπιώτη, το οποίο κατέλαβε το Λιτόχωρο εγκατέστησε εδώ το αρχηγείο του και μοίρασε όπλα στους κατοίκους. Στην 19 Φεβρουαρίου σχηματίζετε εδώ <<Προσωρινή Κυβέρνηση της Μακεδονίας>>, με μέλη τοπικούς παράγοντες και πρόεδρο τον πρόκριτο Ευάγγελο Κοροβάγκο, η οποία κηρύσσει <<την ένωσιν της Μακεδονίας μετά της μητρός Ελλάδος>> και δηλώνει ότι θα αγωνιστεί γι’ αυτήν. Σύντομα προσχωρούν όλα τα χωριά του Ολύμπου και των Πιερίων. Στις 24 Φεβρουάρη περίπου 400 εθελοντές βαδίζουν προς βόρεια για να καταλάβουν άλλα χωριά. Στις 4 Μαρτίου περίπου 1000 Τούρκοι επιτίθενται εναντίον του Λιτόχωρου, το καταλαμβάνουν, το λεηλατούν και το πυρπολούν, οι περισσότερες οικογένειες καταφεύγουν στη Θεσσαλονίκη και πολλά γυναικόπαιδα στη μονή Διονυσίου Ολύμπου. Στο Λιτόχωρο γεννήθηκαν: ο ναυτικός, αρχαιολόγος στη Ρωσία Ζαχαρίας Ανδρέεβιτς Αρκάς το 1793, ο γιατρός, πανεπιστημιακός καθηγητής Ιωάννης Ολύμπιος το 1802, ο καθηγητής της εκκλησιαστικής μουσικής Ιωάννης Θ. Σακελλαρίδης το 1854. Πέθανε, κοντά στην ακτή του Λιτόχωρου, ο αρματολός του Ολύμπου Νικοτσάρας τον Ιούλη 1807. Γεωγραφικά: Κτισμένο σε απόσταση ούτε 5χλμ από την ακτή και μόλις 12χλμ από την κορυφή του Ολύμπου, σε υψόμετρο 300μ είναι το σημαντικότερο ορειβατικό κέντρο του Ολύμπου. Το κλίμα είναι μεσογειακό αλλά και με ψυχρούς χειμώνες λόγο της μικρής απόστασης του με τον Όλυμπο.
Περιφέρεια: Δυτικής Μακεδονίας Νομός Φλωρίνης Φλώρινα, η. Πόλη της Μακεδονίας, πρωτεύουσα του νομού και επαρχίας Φλωρίνης, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 12.562, 1951 12.270, 1961 11.933, 1971 11.164, 1981 12.562, 1991 12.355, 2001 14.279, υψόμετρο 660μ. Στο βόρειο τμήμα του νομού, στις ανατολικές απολήξεις του όρους Περιστέρι-Βαρνούς, 592χλμ από την Αθήνα και 166χλμ από την Θεσσαλονίκη. Είναι το διοικητικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο του νομού. Ιστορικά: από τα αρχαιολογικά ευρήματα προκύπτει ότι στο λόφο του Αγίου Παντελεήμονα, που δεσπόζει της πόλης, υπήρχε στην αρχαιότητα σημαντικός οικισμός, ο οποίος, κατά τις ενδείξεις, καταστράφηκε από πυρκαγιά, ίσως το 48π.Χ. και ξανακτίστηκε στους Ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους. Ειδήσεις για την Φλώρινα υπάρχουν από τον 15ο αι. Από τα πρώτα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας οι Τούρκοι εποίκισαν συστηματικά τη Φλώρινα και την περιοχή της με οικογένειες ομοεθνών τους στρατιωτών. Επί Σουλεϊμάν Α’ (1520-1566) η πόλη αποτελεί μόνη της λιβά (διοικητική διαίρεση). Τον επόμενο αιώνα υποφέρει, μαζί με όλη την περιοχή, από επιδρομές και λεηλασίες. Στο τέλος του 17ου αι. έχει 1500 σπίτια χωρισμένα σε 6 συνοικίες. Μετά το 1718 (Συνθήκη του Πασάροβιτς) η Φλώρινα και η περιοχή τους γνωρίζουν μια περίοδο οικονομικής ακμής, κατά την οποία πολλοί Έλληνες πλουτίζουν με το εμπόριο, εδώ ή στο εξωτερικό. Μετά τα Ορλωφικά (1770) πυκνώνουν οι τουρκαλβανικές επιδρομές. Στο Μακεδονικό αγώνα μετέχει. Στο μεταξύ όμως αρχίζει να αναδεικνύεται σε αξιόλογο αστικό κέντρο της περιοχής και το 1893 συνδέεται σιδηροδρομικώς με την Θεσσαλονίκη. Συγχρόνως, με την ενθάρρυνση και την οικονομική υποστήριξη πλουσίων αποδήμων, αναπτύσσεται αξιόλογη εκπαιδευτική και πολιτισμική κίνηση. Το 1904 ιδρύεται το πρώτο εκπολιτιστικό σωματείο, ο Μουσικός Σύλλογος Ορφεύς και το 1906 δύο άλλα: η ελληνική Λέσχη και η Αδελφότης Κυριών. Οι Τούρκοι παρέδωσαν τη Φλώρινα στον ελληνικό στρατό στις 7 Νοέμβρη 1912. Στη Φλώρινα γεννήθηκε το 1880 και πέθανε το 1967 ο μακεδονομάχος Νικόλαος Πύρζας. Γεωγραφικά: Η Φλώρινα είναι κτισμένη στο χαμηλότερο σημείο μιας χαράδρας της Ανατολικής πλευράς του όρους Βέρνο-Περιστέρι σε υψόμετρο 660μ, μόλις 11χλμ από τα σύνορα με την Πρώην Γιουγκοσλαβική δημοκρατία της Μακεδονίας.
Το κλίμα της πόλης είναι καθαρά ηπειρωτικό με θερμοκρασίες το καλοκαίρι που δεν ξεπερνούν συχνά τους 40C, Ο χειμώνας είναι εξαιρετικά ψυχρός με το χιόνι να καλύπτει το έδαφος για πολλές μέρες ενώ η θερμοκρασία παραμένει υπό το 0 όλο το 24ωρο και συχνά για πολλές μέρες, η Θερμοκρασία πέφτει τον χειμώνα κάτω του -20 αρκετές φορές. Η Φλώρινα είναι η πόλη με το μεγαλύτερο ποσό χιονοπτώσεις από όλες της πόλης της Ελλάδος. Οι βροχοπτώσεις είναι αρκετές και φτάνουν τα 785χλς ανά έτος.
Νομός Κοζάνης Κοζάνη, η Πόλη της Μακεδονίας, πρωτεύουσα του νομού και επαρχίας Κοζάνης, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 14.022, 1951 17.651, 1961 21.537, 1971 23.240, 1981 30.994, 1991 31.553, 2001 35.242, υψόμετρο 710μ Στο νοτιοδυτικό τμήμα του νομού, σε απόσταση 506χλμ από την Αθήνα και 141χλμ από την Θεσσαλονίκη, σιδηροδρομικός σταθμός 222χλμ από την Θεσσαλονίκη. Είναι το διοικητικό, εμπορικό και οικονομικό κέντρο του νομού και παρουσίασε σταθερή πληθυσμιακή ανάπτυξη μετά το 1950. Η πόλη διαθέτει την μεγαλύτερη και σαφώς ιστορική βιβλιοθήκη με χιλιάδες χειρόγραφα από όλες τις επαρχιακές πόλεις. Ιστορικά: Από ευρήματα, κυρίως του 5ου αι., σε αρχαίο νεκροταφείο της περιοχής, προκύπτει ότι στη θέση της Κοζάνης υπήρχε πόλη και μάλιστα σημαντική, όπως υποδηλώνει ο πλούτος των ευρημάτων. Επικρατέστερη άποψη είναι ότι το όνομα της πόλης προήλθε από την Κόσδιανη της Ηπείρου, υπόψη ότι εκεί χτίστηκε ο πρώτος οικισμός από Κοσδιανίτες. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι Κοσδιανίτες ήταν και οι οικιστές της Παλαιοκόζιανης, στην περιοχή της Εράτυρας. Στη νεότερη εποχή οι πρώτες εγκαταστάσεις εμφανίζονται τέλη 14ου- αρχές 15ου αι. και το 1534 μνημονεύεται πρώτη φορά το όνομα, με την μορφή Κόζιανη. Οι πρώτοι οικιστές φαίνεται πως ήταν Ηπειρώτες, κατέφευγαν όμως εδώ συνεχώς για ασφάλεια και κάτοικοι της γύρω περιοχής. Η αύξηση αυτή του πληθυσμού, και η απασχόληση του όχι με την γεωργία, αλλά με το εμπόριο και τη βιοτεχνία, αλλά και τα προνόμια που απέσπασε η Κοζάνη, την οδήγησαν σε ακμή, που κορυφώνεται μεταξύ 1650-1750, όταν οι Κοζανίτες φθάνουν να έχουν μαζί με τους Σιατιστηνούς, στα χέρια τους όλα τα καραβάνια της Μακεδονίας, που μεταφέρουν τα εμπορεύματα της στην Ευρώπη. Οι ίδιοι εμπορεύονται κυρίως αλατζάδες, κρόκο και νήματα, υπάρχουν όμως στην πόλη και συντεκνίες γουναράδων, ραφτάδων, κτιστών κα. Στην ίδια περίοδο απόδημοι Κοζανίτες έμποροι πλουτίζουν, δημιουργούν ακμαίες κοινότητες στην Αυστρία, Γερμανία, Ουγγαρία, Κωνσταντινούπολη, αλλά ενισχύουν και την κοινωνική και πνευματική ανάπτυξη της πατρίδας τους, ιδρύοντας σχολεία (1668 το πρώτο), κτίζοντας τα επιβλητικά αρχοντικά τους και ωραίες εκκλησίες (1664 τον Άγιο Νικόλαο). Το 1746-1752 διδάσκει εδώ ο Ευγένιος Βούλγαρης, είναι μάλιστα ο μόνος τόπος όπου η διδασκαλία του δεν έχει περισπασμούς. Το 1745 η έδρα της επισκοπής μεταφέρεται από τα Σέρβια στην Κοζάνη. Το 1813 ο επίσκοπος και μερικοί λόγιοι και έμποροι απόδημοι θέτουν τις πρώτες βάσεις και συγκεντρώνουν με δωρεές 15.000 τόμους, δημιουργώντας έτσι τον πυρήνα της βιβλιοθήκης της Κοζάνης, που θα εξελιχθεί σιγά σιγά σε μια από τις μεγαλύτερες επαρχιακές βιβλιοθήκες της χώρας. Η Κοζάνη πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες και στην προετοιμασία και στον αγώνα του ΄21 και έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στον Μακεδονικό αγώνα. Ο ελληνικός στρατός την απελευθέρωσε στις 11 Οκτωβρίου του 1912.
Η Κοζάνη είναι κτισμένη στις νότιες πλαγιές του όρους Σκοπός, το υψόμετρο της είναι 710μ, το έδαφος είναι απότομο, και μόνο το νότιο τμήμα της είναι στην πεδιάδα η οποία καταλήγει, καθώς χαμηλώνει προς τα νότια στην τεχνητή λίμνη του Αλιάκμονα. Το κλήμα της πόλης είναι καθαρά ηπειρωτικό, με θερμά καλοκαίρια και παγερούς χειμώνες. Η πόλη είναι ο ψυχρότερος μετεωρολογικός σταθμός της Ε.Μ.Υ. με μέσο όρο ετήσια θερμοκρασία 11,9C. Στην Κοζάνη σημειώνονται 18 μέρες χιονοπτώσεις ανά έτος, η θερμοκρασία μπορεί να πέσει ως και -18C και να φτάσει τα καλοκαίρια και τους 40C.
Πτολεμαϊδα η (προ του 1928 Καϊλάρια) Πόλη του νομού Κοζάνης, πρωτεύουσα της επαρχίας Εορδαίας, έδρα του ομώνυμου δήμου. Κάτοικοι 1940 7.719, 1951 8.816, 1961 12.747, 1971 16.588, 1981 22.109, 1991 25.125, 2001 30.072, σε υψόμετρο 600μ. Η πόλη βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νομού 28χλμ. βόρειας της Κοζάνης και 189χλμ σιδηροδρομικός από την Θεσσαλονίκη. Είναι κτισμένη σχεδόν στο μέσο της λεκάνης που σχηματίζεται μεταξύ των βουνών Βέρμιο (Ανατολικά) και Άσκιο (Δυτικά). Η ευρύτερη λεκάνη της Πτολεμαϊδας περιέχει μεγάλα αποθέματα λιγνίτη, με τα οποία τροφοδοτούνται εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας τα οποία παράγουν το 75% της ηλεκτρικής ενέργειας σε όλη την επικράτεια. Η πόλη είναι ένα από τα μεγαλύτερα βιομηχανικά κέντρα της Ελλάδος και των Βαλκανίων, καθώς εκτός από τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας υπάρχουν και εργοστάσια παραγωγής διάφορων χημικών προϊόντων και λιπασμάτων. Ιστορικά: Η πόλη είναι βασικά νέα σε ηλικία μιας και ο πληθυσμός της σημείωσε αξιόλογη άνοδο από την κατασκευή των πρώτων ατμοηλεκτρικών εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Ως και το 1920 η Πτολεμαίδα κατοικούνταν κατά κανόνα από Τούρκους και λιγότερο από Σλαβόφωνους πληθυσμούς, το όνομα της πόλης ως και αυτά τα χρόνια ήταν Καϊλάρια (Τουρκικό). Οι πρώτοι Έλληνες που φτάνουν εδώ είναι οι πρόσφυγες Πόντιοι και Μικράσιάτες, που με την ανταλλαγεί των πληθυσμών ανάμεσα σε Τουρκία και Ελλάδα έρχονται και κατοικούν κυρίως στην Βόρεια Ελλάδα. Λόγο του ότι ο πληθυσμός στην ευρύτερη περιοχή της Εορδαίας και της Φλωρίνης ήταν Σλαβόφωνοι, η εκάστοτε κυβέρνηση στέλνει τους Ποντίους και Μικρασιάτες στα μέρη αυτά για να τονίσουν το Ελληνικό φύλο. Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες εγκαθηστούνται στην βορειοδυτική μεριά της πόλης, ενώ οι Πόντιοι στο υπόλοιπο κομμάτι, χαρακτηριστικό είναι ότι η πόλη της Πτολεμαίδας ήταν κυριολεκτικά μέσα στο έλος, το οποίο και αποξηράνθηκε τα επόμενα χρόνια. Τα χρόνια των Βαλκανικών πολέμων, στην Πτολεμαϊδα, κατά την προέλαση του Ελληνικού στρατού στις 15 Οκτώβρη του 1912, οι Τούρκοι κάτοικοι τη περιοχής αντιστάθηκαν μόνοι τους για λίγο, και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Στις 24 του ίδιου μήνα οι Τούρκοι κάτοικοι από άτακτους Τούρκους στρατιώτες αιφνιδιάζουν την 5η Ελληνική μεραρχία που υποχωρούσε από το Αμύνταιο (Σόροβατς) και τα προκάλεσε σοβαρές απώλειες. Η 5η μεραρχία ουσιαστικά έχασε τη συνοχή της και ανασυντάχθηκε στην Κοζάνη
©Βασιλειάδης Γεώργιος | Σχεδιασμός-Ανάπτυξη-Φιλοξενία Ptolemaida.net
|